Στην αντίσταση δεν υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα. Ανήκει σε όλο τον λαό. Ενθαρρύνω τη διανομή χέρι με χέρι.
«Πουλιά στον Βάλτο», «Τα κορίτσια της βροχής», «Η ζωή στους βράχους».
Σαν σήμερα, το 2013, έφυγε η αγωνίστρια Αλίντα Δημητρίου, που μας χάρισε το έργο εκείνο της αθάνατης δρακογενιάς: τις μαρτυρίες γυναικών που υπήρξαν η σπίθα στη δεκαετία της φωτιάς και το αλύγιστο ατσάλι στα χρόνια της ήττας και της ανασυγκρότησης που ακολούθησαν. Απ’ τα δάση και τις κορφές, μαχήτριες του ΔΣΕ, ως τα μπουντρούμια του κολαστηρίου της Μέρλιν ή τα ξερονήσια. Στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων. Στο μπόι της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής οικοδόμησης, δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Στο επανιδείν, Αλίντα.
Έλεγε κάποτε σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη»:
«Είμαι περήφανη που τις συνάντησα. Μου ανέβασαν τον πήχη του κόσμου πιο ψηλά. Μου ξαναμπόλιασαν την αξιοπρέπεια, το ήθος τους, το πείσμα τους, την αντοχή τους. Αλλά και τη σεμνότητά τους. Η οποία είναι φοβερή. Καμιά από αυτές δεν θέλει να παρουσιαστεί και να βγει μπροστά. Καμία δεν βγαίνει μπροστά. Μία από τις γυναίκες, στην πρώτη ταινία, μου διηγούνταν πώς τους κάνανε μαρτύρια στην οδό Ελπίδος, στην πλατεία Βικτωρίας. Ένα κολαστήριο ανάλογο της Μέρλιν. Και της λέω: “Για στάσου, μη μου τα λες έτσι. Μου τα λες με έναν τρόπο σαν να έφαγες σουβλάκια χθες το βράδυ”. Μου λέει: “Τι πάθος θες; Ξέρεις πόσοι ήταν εκεί μέσα; Ένα πετραδάκι ήμουν εγώ”. Αυτή η σεμνότητά τους με συγκλόνισε. Με συγκλόνισε το πείσμα τους σε αυτά που πιστεύανε. Δεν υπέγραψαν (σ.σ. “δήλωση”), όχι γιατί τους ήρθε κάποια “διαταγή” να μην υπογράψουν. Ήταν θέμα αξιοπρέπειας γι’ αυτές: “Ποιος είσαι εσύ, που μου ζητάς να υπογράψω;” (…) Το μήνυμά μου είναι η πίστη στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος θα παλεύει πάντα για το δίκιο».
