Κείμενο για τη Δημιουργία Τοπικής του “Διαρκή Αγώνα για την ταξική απελευθέρωση” στον Βόλο
Πολιτική Εισαγωγή
Η αφετηρία κάθε απόπειρας κοινωνικού μετασχηματισμού δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην υλική πραγματικότητα μέσα στην οποία συγκροτούνται και αναπαράγονται οι παραγωγικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές, οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται και αναπαράγεται το εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα, αποτελούν ταυτόχρονα και τη θεμελιακή βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται οι δυνατότητες συλλογικής αντίστασης και πολιτικής οργάνωσης από τα κάτω. Ακριβώς σε αυτές τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, οι οποίες αλληλοεπιδρούν διαλεκτικά μεταξύ τους, διαμορφώνεται το πολιτικό πλαίσιο και ορίζεται τελικά το επίπεδο της ταξικής αντεπίθεσης.
Η πολιτική πάλη αποκτά επομένως ουσιαστικό περιεχόμενο όταν οι επιμέρους και συχνά κατακερματισμένες εμπειρίες της εκμετάλλευσης αναγνωρίζονται ως εκφράσεις κοινών κοινωνικών σχέσεων και αντιθέσεων. Για τον λόγο αυτό, η δυναμική της πολιτικής και οργανωτικής στράτευσης, ως επαναστατικός μηχανισμός, συμβάλλει στην περαιτέρω συγκρότηση τόσο του ίδιου του πολιτικού υποκειμένου όσο και της πολιτικής πραγματικότητας αυτής καθαυτής.
Η σημερινή πολιτική αποδόμηση των συλλογικών οργανώσεων, η λογική της εξατομίκευσης και ο γενικευμένος κατακερματισμός δεν αποτελούν απλώς μια «κρίση» της πολιτικής όπως συχνά παρουσιάζεται. Αντιθέτως, αποτελούν έκφραση και ταυτόχρονα μηχανισμό αναπαραγωγής μιας κοινωνικής πραγματικότητας που επιχειρεί να αποσυνδέσει την επαναστατική ιστορία από τη συλλογική πάλη, μετατρέποντας τις οργανωτικές και πολιτικές συστρατεύσεις σε αυθαίρετες μεμονωμένες αποσπασματικές διαδρομές.
Η μαζική «αποστράτευση» από πολιτικά εγχειρήματα και η υποχώρηση της οργανωμένης συμμετοχής αποτελούν ένα μόνο κομμάτι της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, η οποία τείνει να αποτάσσει ολοένα και περισσότερο τις ευθύνες όσων υπήρξαν κομμάτι της ιστορίας της. Το ζητούμενο ωστόσο σήμερα δεν είναι η αναπαραγωγή παλαιότερων οργανωτικών σχημάτων ως αυτοσκοπός, αλλά η επαναθεμελίωση της πολιτικής και ταξικής οργάνωσης ως συλλογικής διαδικασίας και ως όρος διαμόρφωσης εκείνης της δύναμης που θα μπορέσει να ενεργοποιήσει εργατικές-λαϊκές μάζες σε αυτοτελή πολιτική δράση από τις ίδιες για τις ίδιες.
Το ερώτημα των επαναστατικών δυνατοτήτων ή καλύτερα το διακύβευμα σήμερα είναι πώς θα δημιουργηθούν τα απαραίτητα πολιτικά ρήγματα στην αστική και κρατική πολιτική. Πώς, με λίγα λόγια, θα ξαναδείξουμε, θα ξαναεμπνεύσουμε και θα ξανακινητοποιηθούμε προς τον δρόμο της επαναστατικής προοπτικής. Αν επιμένουμε τόσο πολύ σε αυτή την κατεύθυνση, στην ανάγκη δηλαδή επανασυστράτευσης μιας επαναστατικής πολιτικής, είναι γιατί οι συνθήκες που μαίνονται σήμερα νομοτελειακά θα οδηγήσουν εκεί. Και οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι, προετοιμασμένοι και κατάλληλα οργανωμένοι, ούτως ώστε να αποτελέσουμε ως τάξη αλλά και ως κίνημα και έναν οργανικό ρόλο στην παραγωγή αντιιμπεριαλιστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής πολιτικής.

Επικαιρότητα
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την ολοκληρωτική κυριαρχία τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων, των οποίων ο αδυσώπητος ανταγωνισμός -εξαντλώντας τάχιστα όλα τα διπλωματικά περιθώρια- καθιστά αναπόφευκτη την πολεμική σύγκρουση διά των κρατών τους. Οι ιμπεριαλιστές σέρνουν την ανθρωπότητα στο μακελειό του πολέμου τους για το ξαναμοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής, για τη λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πηγών και τον έλεγχο ενεργειακών και εμπορικών οδών. Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η κλιμάκωση-ενοποίηση των πολεμικών μετώπων και η εξοπλιστική οχύρωση (εξωτερική και εσωτερική) των αστικών κρατών, διαμορφώνουν όλες τις εύφλεκτες προϋποθέσεις για έναν νέο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Η συμμετοχή του ελληνικού κράτους στους κυρίαρχους διεθνείς οργανισμούς ιμπεριαλιστικών-καπιταλιστικών συμφερόντων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ καθορίζεται άμεσα από τη θέση και τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού μέσα στον παγκόσμιο χάρτη αλλά και σε ένα βαθμό από τις προσδοκίες της ίδιας της αστικής τάξης της χώρας. Η εξωτερική πολιτική της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική που ασκείται το εσωτερικό της χώρας και τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις που έχει στην ίδια την εργατική τάξη και τον λαό.
Καθώς ο ιμπεριαλισμός δεν υφίσταται μόνο όταν καπνίζουν τα κανόνια, αποτέλεσμα της προετοιμασίας για την επικείμενη σύγκρουση αλλά και όλης της προηγούμενης «ειρηνικής» ανάπτυξης είναι ότι τα τελευταία χρόνια, η διαρκής αύξηση του κόστους ζωής σφίγγει τη θηλιά γύρω από χιλιάδες οικογένειες. Οι τιμές των τροφίμων, των ενοικίων και της ενέργειας ανεβαίνουν, ενώ ο πληθωρισμός εξανεμίζει το πραγματικό εισόδημα και μετατρέπει σε ψίχουλα τις όποιες αυξήσεις στους μισθούς.
Η ακρίβεια, όμως, δεν πλήττει όλους το ίδιο. Την ώρα που ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι στο λιανεμπόριο, στην ενέργεια και σε άλλους κρίσιμους τομείς της οικονομίας συνεχίζουν να καταγράφουν υψηλή κερδοφορία. Οι ανατιμήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης και η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια όλο και λιγότερων αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας.
Ύστερα από δεκαέξι χρόνια λιτότητας, περικοπών και συνεχούς υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου, η ανέχεια επιχειρείται να παρουσιαστεί ως κανονικότητα. Οι μισθοί δεν επαρκούν για τις βασικές ανάγκες, η αναζήτηση κατοικίας μετατρέπεται σε αδιέξοδο και ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στα τρόφιμα, στο ρεύμα, στα καύσιμα και στο ενοίκιο.
Την ίδια στιγμή, βασικές κοινωνικές ανάγκες και δημόσια αγαθά παραδίδονται σταδιακά στη λογική της ελεύθερης αγοράς. Υγεία, παιδεία, ενέργεια, μεταφορές, νερό και στέγη αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως πεδία κερδοφορίας και λιγότερο ως κοινωνικά αγαθά. Δημόσιες υποδομές, που κατασκευάστηκαν και συντηρήθηκαν με χρήματα της κοινωνίας, παραχωρούνται προς εκμετάλλευση σε ιδιωτικά συμφέροντα, με τον λαό να καλείται πολλές φορές να ξαναπληρώσει γι’ αυτά που έχει ήδη χρηματοδοτήσει (π.χ. διόδια).
Στους χώρους δουλειάς, η κατάσταση δεν είναι διαφορετική. Η εντατικοποίηση, τα εξαντλητικά ωράρια, η επισφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί και ο φόβος της ανεργίας συγκροτούν μια καθημερινότητα μέσα στην οποία η ζωή υποτάσσεται ολοένα περισσότερο στις ανάγκες της παραγωγής και του κέρδους. Με πρόσχημα την «εργασιακή ευελιξία», η θέση του εργαζομένου γίνεται περισσότερο επισφαλής και η εργοδοτική αυθαιρεσία βρίσκει συνεχώς μεγαλύτερο πεδίο μέσα στο αντι-εργατικό νομοθετικό πλαίσιο που διαμόρφωσαν από κοινού όλες οι αστικές κυβερνήσεις.
Τα εργατικά ατυχήματα και οι θάνατοι εργαζομένων στους χώρους δουλειάς αποτελούν την πιο σκληρή έκφραση αυτής της πραγματικότητας. Όταν τα μέτρα προστασίας αντιμετωπίζονται ως κόστος, όταν η εντατικοποίηση γίνεται καθημερινός κανόνας και όταν η ανάγκη για το μεροκάματο αναγκάζει ανθρώπους να εργάζονται κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, το σύνθημα «να γυρίζουμε ζωντανοί από τη δουλειά» παύει να είναι αυτονόητο και μετατρέπεται σε διεκδίκηση.
Όσο αυξάνεται η ένταση της δουλειάς και διευρύνεται ο χρόνος που απαιτείται για την εξασφάλιση του εισοδήματος, τόσο περιορίζεται ο χρόνος για ξεκούραση, οικογένεια, κοινωνική και πολιτιστική ζωή, συμμετοχή και συλλογική δράση. Έτσι, η ανασύνταξη ενός μαζικού από τα κάτω και μαχητικού εργατικού κινήματος που διεκδικεί καλύτερους όρους εργασίας δεν αφορά μόνο την επιβίωση του εργαζομένου λαού, αλλά και τη δυνατότητά του να έχει πραγματικό έλεγχο πάνω στη ζωή και στον χρόνο του.
Δίπλα στην εργασιακή ανασφάλεια βρίσκεται και η ανασφάλεια της κατοικίας. Οι πλειστηριασμοί και η απειλή απώλειας της λαϊκής κατοικίας αποτυπώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο μια κοινωνία στην οποία ακόμη και το δικαίωμα σε ένα σπίτι υποτάσσεται στις απαιτήσεις τραπεζών, funds και επενδυτικών συμφερόντων. Από τη μία, οικογένειες κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους· από την άλλη, η κατοικία μετατρέπεται όλο και περισσότερο από λαϊκή ανάγκη σε επενδυτικό προϊόν.
Και ενώ για τις κοινωνικές ανάγκες κυριαρχεί μονίμως η λογική ότι «δεν υπάρχουν χρήματα», τεράστια ποσά κατευθύνονται σε εξοπλιστικά προγράμματα και στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Η Ελλάδα εμπλέκεται ολοένα περισσότερο στους διεθνείς ανταγωνισμούς και εξοπλίζεται με πανάκριβα αεροσκάφη, πλοία και οπλικά συστήματα. Οι ανάγκες για υγεία, παιδεία, στέγη, αξιοπρεπή εργασία και κοινωνικές υποδομές μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις προτεραιότητες της πολεμικής οικονομίας, των στρατιωτικών συμμαχιών, των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και των συμφερόντων που τους συνοδεύουν.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι «λείπουν» χρήματα ή ότι η κοινωνία δεν παράγει αρκετό πλούτο. Αντίθετα, η παραγωγική, επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη έχει δημιουργήσει δυνατότητες που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν πολύ υψηλότερο επίπεδο ζωής, περισσότερο ελεύθερο χρόνο, καθολική πρόσβαση στην υγεία και την παιδεία, ασφαλείς υποδομές και αξιοπρεπή κατοικία. Η αντίφαση βρίσκεται στο ότι αυτές οι δυνατότητες δεν αξιοποιούνται με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, αλλά μέσα σε σχέσεις όπου η παραγωγή και η κατανομή του πλούτου καθορίζονται πρωτίστως από την κερδοφορία.
Το κόστος των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών δεν το πληρώνουν εκείνοι που τους σχεδιάζουν. Το πληρώνουν οι λαοί, είτε μέσα από τη φτώχεια και τη διαρκή αφαίμαξη κοινωνικών πόρων είτε, στη χειρότερη περίπτωση, με την ίδια τους τη ζωή στα σφαγεία των πολέμων.
Βόλος
Εδώ και χρόνια έχει διαμορφωθεί ένα μοντέλο τοπικής εξουσίας που χαρακτηρίζεται από αυταρχισμό, προσωποκεντρισμό, απαξίωση της κριτικής και επιθετικότητα απέναντι σε όσους αντιστέκονται στους σχεδιασμούς της. Ένα καθεστώς πελατειακών σχέσεων και συμφερόντων, όπου η πολιτική αντικαθίσταται από τη λογική του «άρτου και θεαμάτων»: φιέστες, επικοινωνιακές παραστάσεις και έργα βιτρίνας, την ώρα που βασικά προβλήματα της πόλης παραμένουν άλυτα.
Πίσω από τη βιτρίνα υπάρχει μια διαφορετική πόλη. Μια πόλη όπου η σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία δεν είναι δεδομένη, όπου μεγάλο μέρος των διαθέσιμων θέσεων εργασίας χαρακτηρίζεται από χαμηλές αποδοχές και επισφάλεια και όπου η καθημερινότητα γίνεται ολοένα ακριβότερη.
Παράλληλα προωθείται ένα μοντέλο ανάπτυξης που αντιμετωπίζει τον Βόλο πρωτίστως ως επενδυτικό και τουριστικό προϊόν. Η τουριστικοποίηση, η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η αυξανόμενη επενδυτική δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων συμβάλλουν στη μεταμόρφωση της κατοικίας σε εμπόρευμα και στην πίεση που δέχονται τα ενοίκια. Μια πόλη που γίνεται περισσότερο ελκυστική για επενδυτικά κεφάλαια και επισκέπτες, αντί να γίνεται περισσότερο βιώσιμη για τους ανθρώπους που κατοικούν και εργάζονται σε αυτή.
Πρόκειται για μια ευρύτερη διαδικασία εξευγενισμού της πόλης: οι γειτονιές, οι δημόσιοι χώροι και η κατοικία προσαρμόζονται σταδιακά στις ανάγκες της αγοράς, ενώ οι λαϊκές ανάγκες περνούν σε δεύτερο πλάνο. Η ανάπτυξη μετριέται με επενδύσεις, τουριστική κίνηση και εμπορική αξία της γης, ενώ η δυνατότητα για αξιοπρεπή δουλειά, προσιτό σπίτι και πραγματικά ελεύθερος δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα.
Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στους δρόμους ενάντια στην καύση απορριμμάτων και στην επιβάρυνση της ατμόσφαιρας από τη βιομηχανική δραστηριότητα της ΑΓΕΤ-Lafarge. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις για τον αέρα και το περιβάλλον απέδειξαν ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας του Βόλου δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα ένα μοντέλο «ανάπτυξης» στο οποίο η δημόσια υγεία και το περιβάλλον υποχωρούν μπροστά στην επιχειρηματική αισχροκέρδεια.
Αντίστοιχες αντιστάσεις αναπτύχθηκαν και απέναντι σε σχέδια που αφορούν τη διαχείριση των απορριμμάτων, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και τον Παγασητικό. Τα σχέδια για εγκαταστάσεις LNG, η παρουσία πολεμικής βιομηχανίας στην περιοχή και η συνολικότερη σύνδεση του τόπου με ενεργειακούς και στρατιωτικούς σχεδιασμούς δημιουργούν ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης για το ποιος αποφασίζει για το μέλλον της πόλης και με ποια κριτήρια.
Στο Πήλιο, το νερό και η διαχείρισή του παραμένουν κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα. Η υπεράσπιση του νερού ως κοινού κοινωνικού αγαθού και όχι ως εμπορεύματος συνδέεται άμεσα με τη συνολικότερη αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των βασικών όρων της ζωής.
Οι καταστροφικές πλημμύρες του 2023 αποκάλυψαν με δραματικό τρόπο τις ελλείψεις στις υποδομές και στην αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής. Χρόνια μετά, η συζήτηση για την έγκαιρη και ολοκληρωμένη αποκατάσταση των ζημιών, την προστασία των κατοίκων και την πραγματική θωράκιση της πόλης και των γύρω περιοχών παραμένει ανοιχτή.
Οι κοινωνικές αντιστάσεις στον Βόλο έχουν βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπες και με την καταστολή. Ο Βασίλης Μάγγος, υπέστη σοβαρό ξυλοδαρμό από αστυνομικούς μετά από κινητοποίηση ενάντια στην καύση απορριμμάτων το 2020 και πέθανε περίπου έναν μήνα αργότερα.
Ο Βόλος, επομένως, δεν είναι μόνο η πόλη των επιχειρηματικών σχεδιασμών, των έργων βιτρίνας και των φιέστων. Είναι και η πόλη των μεγάλων κινητοποιήσεων για τον αέρα, των περιβαλλοντικών αγώνων, των αντιστάσεων για το νερό και τον δημόσιο χώρο, των εργατικών διεκδικήσεων, των αντιφασιστικών κινητοποιήσεων και των ανθρώπων που όλα αυτά τα χρόνια αρνήθηκαν να παραμείνουν θεατές.
Οι αγώνες αυτοί δεν έχουν σημασία μόνο για τις άμεσες διεκδικήσεις που θέτουν. Μέσα από αυτούς γίνεται ορατή η δυνατότητα των ανθρώπων να μετατρέπουν μια διάχυτη και ατομική ανάγκη σε συλλογική διεκδίκηση και να αμφισβητούν έμπρακτα την ιδέα ότι τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν. Η κατάκτηση μιας μικρής ή μεγαλύτερης βελτίωσης στην καθημερινότητα έχει αξία, αλλά αποκτά ευρύτερη σημασία όταν η ίδια η συλλογική δράση δημιουργεί εμπειρία και τελικά συνείδηση και οργανωτικούς δεσμούς που μπορούν να τροφοδοτήσουν νέους αγώνες. Η κοινωνική αλλαγή, επομένως, δεν προκύπτει αυτόματα από την ύπαρξη των προβλημάτων. Οι αντιφάσεις δημιουργούν από μόνες τους δυνατότητες, αλλά η μετατροπή τους σε ανατρεπτική κοινωνική δύναμη προϋποθέτει αγωνιστές/ριες που οργανώνονται, αποκτούν κοινή συνείδηση και παρεμβαίνουν συλλογικά στην πραγματικότητα.
Οργάνωση
Οι κινητοποιήσεις των προηγούμενων χρόνων απέδειξαν ότι υπάρχει κοινωνικό δυναμικό που αντιστέκεται. Άνθρωποι συναντήθηκαν στους δρόμους, στις συνελεύσεις, στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς. Δημιουργήθηκαν σχέσεις, αποκτήθηκε εμπειρία, δοκιμάστηκαν μορφές συλλογικής δράσης. Υπήρξαν νίκες, ήττες, υποχωρήσεις και στιγμές μεγάλης κοινωνικής κινητοποίησης. Όμως η εμπειρία των επιμέρους αγώνων δείχνει και κάτι ακόμη: κανένας αγώνας δεν μπορεί να ξεκινά κάθε φορά από το μηδέν.
Η ακρίβεια, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι πλειστηριασμοί, η στεγαστική κρίση, η εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η καταστολή και ο πόλεμος δεν αποτελούν απομονωμένα μεταξύ τους προβλήματα. Συναντιούνται στην καθημερινότητα των ίδιων κοινωνικών τάξεων και γεννιούνται μέσα από ένα σύστημα που βάζει την κερδοφορία και την εξουσία του κεφαλαίου πάνω από τις ζωές των από τα κάτω.
Η αντίθεση είναι ξεκάθαρη: τα συμφέροντα των λίγων βρίσκονται απέναντι στις ανάγκες των πολλών. Η ιδιαιτερότητα αυτού του δίπολου είναι ότι καταλήγει στο λίγοι εναντίον πολλών, και το στοίχημα βρίσκεται στην οργάνωση των πολλών. Τα μεγαλοαφεντικά και το πολιτικό τους επιτελείο οργανώνουν εύκολα την επίθεσή τους μέσω του «ιερατείου» των αγορών, της ΕΕ, του ΔΝΤ και του ΣΕΒ. Αντίθετα, η οργάνωση του λαού και της εργατικής τάξης δεν είναι δεδομένη.
Κόντρα σε αυτή τη συνθήκη οφείλουμε να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας και να συλλογικοποιήσουμε τα προβλήματά μας, να ακούσουμε τις ανάγκες του λαού και να εμπλέξουμε ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του στην υπόθεση της ταξικής απελευθέρωσης. Με οργάνωση, αντίσταση και αλληλεγγύη να δημιουργήσουμε τους όρους ώστε όλο και περισσότεροι άνθρωποι -μαζί και εμείς- να διαπαιδαγωγηθούν στο καμίνι της ταξικής πάλης, να συμμετέχουν ενεργά, να αποκτούν εμπιστοσύνη στη δύναμη της συλλογικής διεκδίκησης και, μαζί, να ενισχύσουμε την οργάνωση και την ενότητα της εργατικής τάξης και του λαού.
Χρειάζεται μια οργάνωση που να διατηρεί την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων και να δημιουργεί δεσμούς ανάμεσα στους επόμενους. Που να μπορεί να συνδέει όσα συμβαίνουν στον χώρο δουλειάς με όσα συμβαίνουν στη γειτονιά, το ζήτημα της κατοικίας με το ζήτημα του μισθού, την υπεράσπιση του περιβάλλοντος με την υπεράσπιση των κοινωνικών αγαθών και την αντίσταση στην καταστολή.
Μέσα από τους αγώνες όλων των προηγούμενων χρόνων συναντηθήκαμε σύντροφοι και συντρόφισσες με παρουσία στα τοπικά κινήματα και κοινές πολιτικές ανησυχίες. Από τη συλλογική αποτίμηση της πείρας αυτών των αγώνων, συνειδητοποιούμε την ταξική και πολιτική αναγκαιότητα να υπάρξει ένα επόμενο βήμα: μια πιο σταθερή μορφή συλλογικής πολιτικής οργάνωσης, με διάρκεια, συνέχεια, κοινή κατεύθυνση με πανελλαδική δράση.
Η προσπάθεια αυτή συναντιέται παράλληλα με συντρόφους και συντρόφισσες που έχουν ήδη συγκροτηθεί οργανωτικά και πολιτικά από την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, με κοινές πολιτικές καταβολές και προβληματισμούς γύρω από την ταξική πάλη και την απελευθέρωση. Στόχος δεν είναι να αντικατασταθούν οι τοπικοί και επιμέρους αγώνες, αλλά να αποκτήσουν δεσμούς μεταξύ τους.
Για αυτό και η συγκρότηση μιας τοπικής πολιτικής οργάνωσης του Διαρκούς Αγώνα για την Ταξική Απελευθέρωση στον Βόλο, με απεύθυνση όπου ζει και εργάζεται λαός και νεολαία, αποτελεί μια προσπάθεια να αποκτήσει αυτή η συλλογική δύναμη, διάρκεια, πολιτική κατεύθυνση και προγραμματισμό, με την τοπικότητα να αποτελεί εργαλείο συσπείρωσης και ταυτόχρονα κατάδειξης της κεντρικής αστικής πολιτικής ατζέντας.
Είναι πλέον ιστορικά σαφές: οι επιμέρους αγώνες μπορούν να συνενωθούν σε μια ενιαία κοινωνική δύναμη ικανή να συγκρουστεί εφ’ όλης της ύλης με την εξουσία του κεφαλαίου. Επειδή κατανοούμε την οργάνωση εκείνη που θα μπορέσει να αποτελέσει το κόκκινο νήμα που τους συνδέει ως αναγκαίο όρο των ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών που επιτάσσονται από την εποχή μας, η στράτευσή μας με τον Διαρκή Αγώνα για την Ταξική Απελευθέρωση αποτελεί λογική και πολιτική συνέπεια της συνείδησης του καθήκοντός μας να βάλουμε το ταπεινό λιθαράκι μας στις λαμπρές λεωφόρους του μέλλοντος που διανοίγει η ταξική πάλη.
ΜΟΝΟ Ο ΛΑΟΣ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΛΑΟ ΜΕ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑ ΤΑΞΙΚΟ
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΟΡΓΑΝΩΣΗ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Επικοινωνία: da-volos@riseup.net
