Σαν σήμερα, στις 28 Σεπτέμβρη του 2000, ξεσπά η Δεύτερη Ιντιφάντα του Παλαιστινιακού λαού

Σαν σήμερα, στις 28 Σεπτέμβρη του 2000, ξεκινά η Δεύτερη Ιντιφάντα του Παλαιστινιακού λαού. Εκείνη την ημέρα, ο Αριέλ Σαρόν, πρώην στρατηγός του ισραηλινού στρατού, αρχηγός τότε του δεξιού Λικούντ και της ισραηλινής αντιπολίτευσης, επισκέφθηκε το Χαράμ αλ-Σαρίφ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται το τέμενος Αλ-Άκσα. Η επίσκεψη έγινε με τη συνοδεία περισσότερων από χίλιους Ισραηλινούς αστυνομικούς και θεωρήθηκε από τους Παλαιστίνιους μεγάλη πρόκληση. Την επόμενη ημέρα ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις και μέσα στις επόμενες ημέρες η εξέγερση εξαπλώθηκε στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Η Επιτροπή Mitchell κατέγραψε αργότερα ότι η επίσκεψη του Σαρόν δεν αποτέλεσε από μόνη της την αιτία της Ιντιφάντα, όμως ο προκλητικός της αντίκτυπος μπορούσε να είχε προβλεφθεί.

Για να κατανοήσει όμως κανείς γιατί μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να πυροδοτήσει μια ολόκληρη εξέγερση, πρέπει να γυρίσει λίγα χρόνια πίσω. Οι συμφωνίες του Όσλο το 1993 είχαν δημιουργήσει ελπίδες ότι θα άνοιγε ο δρόμος για μια πολιτική λύση και για την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση. Το 1995 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν, μία από τις κεντρικές μορφές αυτής της διαδικασίας, δολοφονήθηκε από Εβραίο Ισραηλινό εξτρεμιστή που αντιτασσόταν στην πολιτική του. Τα επόμενα χρόνια η ειρηνευτική διαδικασία έχανε τη δυναμική της, ενώ οι ισραηλινοί εποικισμοί στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη συνέχιζαν να επεκτείνονται. Για όλο και περισσότερους Παλαιστίνιους, οι υποσχέσεις του Όσλο αποδεικνύονταν φρούδες εφόσον η κατοχή παρέμενε, η γη τους κατακερματιζόταν και η πολυπόθητη αυτοδιάθεση δεν ερχόταν.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η Δεύτερη Ιντιφάντα. Οι πρώτες μαζικές διαδηλώσεις και ο πετροπόλεμος εξελίχθηκαν σταδιακά σε μια πολύ πιο αιματηρή σύγκρουση. Παλαιστινιακές οργανώσεις προχώρησαν και σε ένοπλες επιθέσεις, ενώ το ισραηλινό κράτος-δολοφόνς χρησιμοποίησε τη συντριπτική υπεροχή της στρατιωτικής του μηχανής, με εκτεταμένες επιχειρήσεις μέσα στα παλαιστινιακά εδάφη, εισβολές σε πόλεις, αποκλεισμούς, κατεδαφίσεις και αυστηρούς περιορισμούς στις μετακινήσεις. Στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισε επίσης η κατασκευή του τείχους και του συστήματος φραγμών στη Δυτική Όχθη.

Η Ιντιφάντα δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από τον βαθιά άνισο συσχετισμό δύναμης μέσα στον οποίο ξέσπασε. Από τη μία βρισκόταν ένα οργανωμένο ιμπεριαλιστικό κράτος με έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της περιοχής και σημαντική διεθνή υποστήριξη. Από την άλλη ένας λαός που ζούσε υπό κατοχή και διεκδικούσε την αυτοδιάθεσή του, το δικαίωμα να γίνει αφέντης στον τόπο του και το τέλος της κατοχής. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ και η σταθερή στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική στήριξη που παρέχουν οι μεγάλες δυνάμεις με προεξέχουσα αυτή των ΗΠΑ στο Ισραήλ, μια σχέση που εντάσσεται σε μια ευρύτερη αμερικανική στρατηγική ισχύος και επιρροής στη Μέση Ανατολή, οπού έχει ως τοποτηρητή το Σιωνιστικό κράτος.

Περισσότερα από είκοσι χρόνια αργότερα, πολλά από τα ζητήματα που βρίσκονταν στη ρίζα της Ιντιφάντα παραμένουν ανοιχτά. Η κατοχή και οι εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, το ζήτημα της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης και οι τεράστιες συνέπειες των πολέμων στη Γάζα εξακολουθούν να καθορίζουν τη ζωή εκατομμυρίων Παλαιστινίων. Γι’ αυτό και η Δεύτερη Ιντιφάντα δεν αποτελεί απλώς ένα κλειστό κεφάλαιο της ιστορίας. Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές ενός παλαιστινιακού ζητήματος που, μέχρι σήμερα, παραμένει άλυτο και μόνο μέσα από την οργανωμένη πάλη των λαών μπορεί να επιλυθεί.

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ