Ανταγωνισμός γύρω από τα στενά του Ορμούζ. Πόλεμος και διπλωματία για τους δρόμους της ενέργειας.

Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται ξανά σε κρίσιμο σημείο. Η Τεχεράνη περιμένει την επίσημη απάντηση των ΗΠΑ στην πρότασή της για το άνοιγμα της στρατηγικής θαλάσσιας οδού, την ώρα που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι αποκλεισμοί και η συγκέντρωση δυνάμεων συνεχίζονται.

Το Ιράν επιμένει στους όρους που έχει θέσει. Η πρόταση, που μεταφέρεται μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον μέσω του Κατάρ, προβλέπει μεταξύ άλλων επταήμερη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένου του μετώπου στον Λίβανο, αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται παγωμένα στο εξωτερικό, άρση των κυρώσεων στον πετρελαϊκό τομέα και τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προηγουμένως απορρίψει την ιρανική πρόταση, δηλώνοντας ότι οι Ιρανοί επιδιώκουν συμφωνία επειδή «οδεύουν να χάσουν». Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δηλώνει ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τους όρους που έχει θέσει και ότι η επαναλειτουργία των Στενών εξαρτάται από την ικανοποίησή τους.

Δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση που ξεκίνησε από το κλείσιμο ενός θαλάσσιου περάσματος. Ο σημερινός πόλεμος ξέσπασε μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν στις 28 Φλεβάρη. Στη συνέχεια η Τεχεράνη έκλεισε de facto τα Στενά και οι ΗΠΑ απάντησαν με αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της σύγκρουσης. Πριν από τον πόλεμο, από εκεί περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Όποιος μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία αυτού του περάσματος αποκτά ένα εξαιρετικά ισχυρό οικονομικό και πολιτικό όπλο. Ουσιαστικά στα στενά του Ορμούζ συμπυκνώνεται, ένας ευρύτερος ανταγωνισμός για τον έλεγχο των ενεργειακών δρόμων και των συσχετισμών στη Μέση Ανατολή.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή δεν εμφανίστηκε με τη σημερινή κρίση. Βάσεις, στόλοι, στρατιωτικές συμφωνίες και εξοπλισμοί συγκροτούν εδώ και δεκαετίες ένα δίκτυο ισχύος που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να παρεμβαίνει από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο. Στον ίδιο άξονα βρίσκεται και το κράτος δολοφόνος του Ισραήλ, ο βασικός στρατιωτικός και πολιτικός σύμμαχος των ΗΠΑ, που λειτουργεί ως τοποτηρητής στην περιοχή.

Ο πόλεμος με το Ιράν έρχεται έτσι να προστεθεί στα ήδη ανοιχτά μέτωπα της Γάζας και του Λιβάνου. Η γεωγραφική σύνδεση αυτών των συγκρούσεων δεν είναι άσχετη με τη σημασία της περιοχής εφόσον ενεργειακά κοιτάσματα, λιμάνια, εμπορικοί διάδρομοι και θαλάσσιες οδοί συγκεντρώνονται σε έναν χώρο στον οποίο επί δεκαετίες διασταυρώνονται στρατιωτικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί.

Ακόμη και η σημερινή διαπραγμάτευση κάνει έκδηλες τις επιδιώξεις του ιμπεριαλιστικού άρματος των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ. Στο ίδιο τραπέζι βρίσκονται η κατάπαυση του πυρός, το πετρέλαιο, οι οικονομικές κυρώσεις, τα δεσμευμένα κεφάλαια και ο ναυτικός αποκλεισμός. Επιπρόσθετα, ο πόλεμος και η οικονομική πίεση δεν λειτουργούν ξεχωριστά, αποτελώντας διαφορετικά μέσα της ίδιας αντιπαράθεσης.

Χαρακτηριστική είναι και η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης. Ενώ η Τεχεράνη κατέθεσε πρόταση για άνοιγμα των Στενών, ο Τραμπ την απέρριψε αρχικά και λίγο πριν είχε δημοσιεύσει στο Truth Social χάρτη όπου το πέρασμα εμφανιζόταν προκλητικά ως «Στενά Τραμπ». Η κίνηση δεν αλλάζει φυσικά τους πραγματικούς συσχετισμούς, δείχνει όμως τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ακόμη και συμβολικά έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς δρόμους του πλανήτη.

Η κατάσταση αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Η χώρα συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, φιλοξενεί κρίσιμες αμερικανικές και ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές υποδομές και έχει αναπτύξει στενή στρατιωτική συνεργασία με το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και άλλες εγκαταστάσεις εντάσσονται σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, μετατρέποντας την ελληνική επικράτεια σε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ.

Την ίδια ώρα, οι συνέπειες του πολέμου επιστρέφουν και στο οικονομικό πεδίο. Οι εξελίξεις στα στενά του Ορμούζ επηρεάζουν άμεσα τις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας. Μάλιστα ένα τμήμα των γεωπολιτικών αναλυτών συνδέει την πίεση για συμφωνία με την άνοδο του κόστους ζωής και ιδιαίτερα των καυσίμων στις ΗΠΑ, ενόψει μάλιστα των ενδιάμεσων εκλογών.

Σε κάθε περίπτωση, το κόστος συνεχίζουν να το πληρώνουν οι λαοί τις περιοχής με νεκρούς, καταστροφές, φτώχεια, εκτοπισμό και μια ολοένα βαθύτερη στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, την ίδια στιγμή που τα ματωμένα κέρδη των μεγαλών μονοπωλιακών ομίλων αυξάνονται συνεχώς.