Ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο με αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων από ελληνικούς Patriot
Σημαντική εξέλιξη καταγράφηκε σήμερα στη Μέση Ανατολή, καθώς ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονταν προς αμερικανοϊσραηλινους στόχους στη Σαουδική Αραβία, και συγκεκριμένα το διυλιστήριο της Saudi Aramco–Exxo, αναχαιτίστηκαν από συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας Patriot, στα οποία συμμετέχει και η ελληνική πυροβολαρχία που έχει αναπτυχθεί στην περιοχή. Οι ελληνικοί Patriot βρίσκονται σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία στη Σαουδική Αραβία στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών αεράμυνας, σε μια περίοδο όπου η ένταση με το Ιράν κλιμακώνεται και η περιοχή μετατρέπεται σε πεδίο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο ότι η ελληνική στρατιωτική παρουσία δεν είναι «ουδέτερη» ή «αμυντική», αλλά εντάσσεται ενεργά σε μια πολεμική αρχιτεκτονική που εμπλέκεται στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις τους.
Η εμπλοκή αυτή δεν είναι συγκυριακή, ούτε «εθνική αναγκαιότητα». Διαχρονικά η ελληνική αστική τάξη και το κράτος της, παρά τον βαθμό της τυπικής της αυτοτέλειας για ενδυνάμωση του ελληνικού κεφαλαίου, υπήρξε πυλώνας εξυπηρέτησης των Δυτικών ιμπεριαλιστών. Αυτή η λογική εφαρμόζεται -και μάλιστα οξύνεται- μέχρι σήμερα. Την ίδια στιγμή όμως η Ελλάδα έχει στρατευτεί με τους φονιάδες των λαών βλέποντας την εξυπηρέτηση των δικών της επιδιώξεων μέσα από τις γραμμές των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ-ΙΣΡΑΗΛ.
Από το 2021, η Ελλάδα έχει αναπτύξει πυραυλικά συστήματα Patriot και προσωπικό περίπου 100–120 στρατιωτικών στη Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και τα κράτη του Κόλπου. Η αποστολή αυτή συνδέεται άμεσα με την προστασία ενεργειακών και οικονομικών υποδομών, όπως οι εγκαταστάσεις της Aramco, αποκαλύπτοντας ότι πίσω από τα προσχήματα «σταθερότητας» και «ασφάλειας» βρίσκονται συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου: η διασφάλιση ενεργειακών δρόμων, η θωράκιση επενδύσεων και η αναβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης των ευρωατλαντικών ιμπεριαλιστών αλλά και της ελληνικής αστικής τάξης. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, διαχρονικά, επιλέγουν να δένουν όλο και πιο βαθιά τη χώρα στους σχεδιασμούς ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ, μετατρέποντας την Ελλάδα σε κρίσιμο κρίκο της πολεμικής αλυσίδας και επεκτείνοντας τη στρατιωτική της παρουσία εκτός συνόρων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια και τη θέση του λαού.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, γίνεται ξεκάθαρο ότι η εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς δεν έχει τίποτα να προσφέρει στον λαό. Αντίθετα, τον εκθέτει σε κινδύνους, τον καθιστά στόχο αντιποίνων και τον καλεί να πληρώσει –με φόρους, με φτώχεια, ακόμα και με αίμα– τα συμφέροντα που δεν είναι δικά του. Η ανάγκη είναι σαφής: καμία συμμετοχή της Ελλάδας στους πολέμους, να κλείσουν όλες οι βάσεις του ΝΑΤΟ, να επιστρέψουν άμεσα οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις από το εξωτερικό και να σταματήσουν οι εξοπλιστικές δαπάνες που στερούν πόρους από τις κοινωνικές ανάγκες. Τα δισεκατομμύρια που κατευθύνονται σε πολεμικούς σχεδιασμούς πρέπει να δοθούν για την υγεία, την παιδεία, την ενέργεια και την αξιοπρεπή ζωή του λαού, γιατί το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων δεν βρίσκεται στην εμπλοκή σε ξένους πολέμους, αλλά στην πάλη για ειρήνη, προλεταριακή δικαιοσύνη και κάλυψη των σύγχρονων αναγκών τους.
Η «εθνική περηφάνια» των αστών, της κυβέρνησης και των κομμάτων του πολέμου και της εκμετάλλευσης είναι φέρετρα με “ξένες” σημαίες για τον λαό. Μέσα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, όμως, εμφανίζεται και η δυνατότητα ώστε ο λαός να παρέμβει στις εξελίξεις κόντρα στην «ευημερία», τη σιγή νεκροταφείου και την ειρήνη με το πιστόλι στον κρόταφο των αστών.
