«Η Νέα Γεωπολιτική Πραγματικότητα και οι Αμυντικές Προκλήσεις – Η επόμενη ημέρα για Ευρώπη, Ελλάδα και Ανατολική Μεσόγειο»: Στρατιωτικοποίηση και Μιλιταρισμός της Καθημερινής Ζωής για τα συμφέροντας της Αστικής Τάξης, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ
Εχθές, 11/2, πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών η 1η Ημερίδα Άμυνας & Γεωπολιτικής, με θέμα «Η Νέα Γεωπολιτική Πραγματικότητα και οι Αμυντικές Προκλήσεις – Η επόμενη ημέρα για Ευρώπη, Ελλάδα και Ανατολική Μεσόγειο», παρουσία ενός συνονθυλεύματος της παρασιτικής αστικής τάξης, από κυβερνητικούς και θεσμικούς παράγοντες, στελέχη της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, εκπροσώπους της αμυντικής βιομηχανίας και ακαδημαϊκούς, μέχρι την Πρέσβειρα των μεγαλύτερων φονιάδων των λαών, των ΗΠΑ, την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ . Στο επίκεντρο της ημερίδας βρέθηκαν οι εξελίξεις στο μέτωπο της Ουκρανίας, η αναδιάταξη ισχύος στην Ευρώπη, η «Ατζέντα 2030» για τις Ένοπλες Δυνάμεις, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και ο ρόλος της Ελλάδας ως «πυλώνα σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ίδια η θεματολογία αποτυπώνει την επιτάχυνση της πολεμικής προετοιμασίας σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, πίσω από τη γλώσσα της «ασφάλειας» και της «αποτροπής».
Οι κατευθύνσεις που θα χαραχτούν από αυτή την Ημερίδα εντάσσονται σε μια γενικευμένη κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της πολεμικής προετοιμασίας των ευρωατλαντικών δυνάμεων, κατευθύνοντας όλο και περισσότερους πόρους προς την πολεμική οικονομία και τη στρατιωτικοποίηση στρατηγικών τομέων. Σχέδιο της ΕΕ είναι να προωθεί αυξημένες αμυντικές δαπάνες, το σχέδιο-μαμούθ “ReArm Europe” και ευρύτερη αύξηση στρατιωτικών εξοπλισμών για την επίτευξη των στρατιωτικών και γεωπολιτικών στόχων της. Προφανώς, το τίμημα για αυτές τις επιλογές μεταφέρεται στους λαούς τόσο ως οικονομικό κόστος μέσω της φορολογίας και της εκμετάλλευσης ταμείων όσο και ως άμεσος κίνδυνος για τη ζωή της εργατικής τάξης και της νεολαίας που θα κληθεί να πολεμήσει.
Στις παρεμβάσεις τους, κυβερνητικά στελέχη και εκπρόσωποι της στρατιωτικής ηγεσίας αναμένεται να αναδείξουν την ανάγκη «ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος», «στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης» και «διαλειτουργικότητας» στο πλαίσιο ΝΑΤΟ και ΕΕ. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύμπλευση με ΗΠΑ, Γαλλία και Ισραήλ, στις εξοπλιστικές συμφωνίες, στην αναβάθμιση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και στη γεωπολιτική αξιοποίηση των ενεργειακών και μεταφορικών κόμβων της χώρας. Όμως, πίσω από τις διακηρύξεις περί «εθνικού συμφέροντος», προβάλλει η στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να διεκδικήσει αναβαθμισμένο ρόλο στον ευρωατλαντικό καταμερισμό, μετατρέποντας τη χώρα σε ορμητήριο και κόμβο των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.
Η επίσημη αιτιολόγηση αυτής της στρατηγικής είναι αποκαλυπτική – όχι επειδή λέει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά επειδή λέει αρκετή. Η «νέα γεωπολιτική πραγματικότητα» που επικαλούνται δεν είναι ουδέτερο φυσικό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της σύγκρουσης για αγορές, δρόμους ενέργειας, σπάνιες γαίες και σφαίρες επιρροής. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολεμική οικονομία δεν περιορίζεται στις αμυντικές δαπάνες και τη στρατιωτική βιομηχανία, αλλά επεκτείνεται στη γενικότερη στρατιωτικοποίηση στρατηγικών τομέων, όπως η Ενέργεια, οι μεταφορές, τα λιμάνια, ο αγροτικός τομέας, η έρευνα και τα πανεπιστήμια.
Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, η εμπλοκή σε αποστολές εκτός συνόρων, η αναβάθμιση και επέκταση των βάσεων σε Σούδα, Αλεξανδρούπολη και Λάρισα, δεν είναι «τεχνικές» επιλογές. Είναι πολιτική επιλογή τοποθέτησης, που συνεπάγεται βαθύτερη πρόσδεση, αυξημένη εξάρτηση και ουσιαστική συνενοχή σε ένα πλέγμα που βαφτίζει την επιθετική ισχύ «σταθερότητα» και μετακυλίει το κόστος στους λαούς.
Η καλλιέργεια ενός μόνιμου κλίματος «απειλής» συνοδεύεται από πειθάρχηση στην «εθνική ενότητα» της αστικής τάξης, από καταστολή και βαθιά αντεργατικά μέτρα που εντείνουν την εκμετάλλευση και υποβαθμίζουν το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» και της πολεμικής προετοιμασίας. Όπως γίνεται, λοιπόν, κατανοητό, οι αστικές κυβερνήσεις θυσιάζουν τα δικαιώματα και τις ζωές των εργαζομένων για τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ.
Το ελληνικό κράτος έχει επενδύσει σε πολυδάπανα εξοπλιστικά προγράμματα (F-35, Rafale, Belharra), την ώρα που η χρηματοδότηση για Υγεία και Παιδεία συρρικνώνεται και οι εργαζόμενοι καλούνται να «σφίξουν το ζωνάρι» για τη δημοσιονομική πειθαρχία ενώ οι λαοί της Ευρώπης καλούνται να πληρώσουν το τίμημα μέσω φόρων, περικοπών κοινωνικών παροχών και περιστολής δικαιωμάτων. Σε περίοδο «ειρήνης», ο δυτικός ιμπεριαλισμός ζητά να πληρώσουμε τις επιδιώξεις των μονοπωλίων για ξαναμοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής. Σήμερα μας ζητούν να αποδεχτούμε τη φτωχοποίηση στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας» και αύριο θα μας ζητήσουν να δώσουμε το αίμα μας για τα συμφέροντα των εφοπλιστών, των ενεργειακών ομίλων και των πολυεθνικών της πολεμικής βιομηχανίας.
Η πλήρης ευθυγράμμιση της ελληνικής αστικής τάξης με τους σχεδιασμούς ΗΠΑ–ΝΑΤΟ–ΕΕ–Ισραήλ αποτυπώνεται τόσο στη στήριξη του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ όσο και στη συμμετοχή στα σχέδια ReArm Europe και SAFE. Η ιδεολογική και υλική στήριξη σε πολεμικά μέτωπα από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή δεν είναι «υπεύθυνη εξωτερική πολιτική». Είναι ενεργή συμμετοχή σε ένα μπλοκ που επιδιώκει να αναδιατάξει τον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης προς όφελος των δικών του μονοπωλίων. Σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα μετατρέπεται σε κρίσιμο κρίκο μιας αλυσίδας που εκτείνεται από τη Βαλτική έως την Ανατολική Μεσόγειο, με τον λαό εκτεθειμένο σε τεράστιους κινδύνους.
Απέναντι στην κλιμάκωση των πολεμοκάπηλων πολιτικών της κυβέρνησης και των ΝΑΤΟ–ΕΕ, στην ακρίβεια, την υποβάθμιση των λαϊκών αναγκών, τη λεηλασία της φύσης και την καταστροφή του αγροτικού τομέα, καθίσταται αναγκαία η συγκρότηση ενός μαζικού αντιπολεμικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος με επίκεντρο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη, που παράγει όλο τον πλούτο, δεν έχει τίποτα να κερδίσει από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την πολεμική εμπλοκή της χώρας· αντίθετα, έχει κάθε λόγο να παλέψει για απεμπλοκή από τα μέτωπα, για ακύρωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, για να φύγουν οι βάσεις και οι ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις, για να μπλοκάρει την πολεμική βιομηχανία που αιματοκυλίζει τους λαούς όλου του κόσμου. Αντλώντας δύναμη από τους ιστορικούς αγώνες του λαού μας και τη δίκαιη αντίσταση των λαών απέναντι στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, η απάντηση δεν βρίσκεται στην «εθνική ενότητα» της αστικής τάξης, αλλά στην οργανωμένη, ταξική διεθνιστική πάλη μέσα στους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης και στον δρόμο.
