Σαν σήμερα, 10 Φλεβάρη του 1898, γεννιέται ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
“Απ’ όλες τις αμφισβητήσεις η πιο γλυκιά, είναι αυτή που οι αδύνατοι σηκώνουν κεφάλι και αμφισβητούν τη δύναμη των ισχυρών.”
Σαν σήμερα γεννιέται ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898–1956), θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και θεωρητικός του θεάτρου, από τις πιο ριζοσπαστικές μορφές της ευρωπαϊκής διανόησης του 20ού αιώνα. Γιος ρωμαιοκαθολικού διευθυντή εταιρείας χάρτου, σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917–1921), χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις ιατρικές του σπουδές, καθώς τον είχε ήδη κερδίσει η λογοτεχνία. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιστρατεύτηκε ως νοσοκόμος, εμπειρία που ενίσχυσε τον αντιπολεμικό και κριτικό του λόγο.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή, το Εγκόλπιο ευσέβειας (Hauspostille), φανερώνει ήδη μια ειρωνική και απομυθοποιητική ματιά απέναντι στην αστική ηθική. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο Μπρεχτ έρχεται σε επαφή με τον μαρξισμό και φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελετά συστηματικά τον διαλεκτικό υλισμό. Από εκείνη την περίοδο και έπειτα, η τέχνη του αποκτά σαφή πολιτικό προσανατολισμό: το θέατρο δεν πρέπει να παρηγορεί, αλλά να αποκαλύπτει τις κοινωνικές αντιθέσεις και να κινητοποιεί τη σκέψη του θεατή.
Καθοριστικές υπήρξαν οι συνεργασίες του με τον συνθέτη Χανς Άισλερ και τον Κουρτ Βάιλ, καθώς και η γνωριμία του με τη Χελένε Βάιγκελ, με την οποία παντρεύτηκε το 1930 και συμπορεύτηκε καλλιτεχνικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1928 παρουσιάστηκε στο Βερολίνο η Όπερα της πεντάρας (Die Dreigroschenoper), έργο-σταθμός που ξεσκεπάζει την υποκρισία της αστικής τάξης και τη συγγένειά της με τον κόσμο του εγκλήματος, επηρεάζοντας βαθιά το παγκόσμιο μουσικό θέατρο.
Στα ώριμα έργα του, όπως «Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της», «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», «Η ζωή του Γαλιλαίου», «Ο κύκλος με την κιμωλία» και «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του Μάττι», ο Μπρεχτ αναπτύσσει το επικό θέατρο και το περίφημο αποστασιοποιητικό αποτέλεσμα. Στόχος του δεν είναι η ταύτιση, αλλά η κριτική στάση του θεατή απέναντι στις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας, στην εκμετάλλευση και στη λογική του κέρδους.
Με την άνοδο του ναζισμού το 1933 αυτοεξορίζεται. Ζει στη Δανία, τη Φινλανδία, τη Σοβιετική Ένωση και στις ΗΠΑ, όπου συνεργάζεται στο περιοδικό Das Wort και αργότερα διώκεται από το μακαρθικό καθεστώς. Μετά τον πόλεμο εγκαθίσταται στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και το 1949, μαζί με τη Βάιγκελ, ιδρύει το Berliner Ensemble, που γίνεται εργαστήριο πολιτικού θεάτρου διεθνούς ακτινοβολίας.
Ο Μπρεχτ τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΔ Γερμανίας και το 1954 με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη, αναγνώριση όχι μόνο του έργου του, αλλά και της σταθερής του πίστης ότι η τέχνη μπορεί, και οφείλει, να συμβάλει στη χειραφέτηση της κοινωνίας.
“Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.
Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει ποτέ!
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θα ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιος θα τολμήσει πια να ξαναπεί ποτέ!
Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Σηκωθείτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;
Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για κείνο το π ο τ έ
σ ή μ ε ρ α, έχει πλέον γίνει
κι έχουμε κιόλας αργήσει!”
Εγκώμιο στην Διαλεκτική, Μπ. Μπρεχτ.
