Ταξικό μπλόκο στις διαγραφές των φοιτητών και την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση | Φοιτητικός Τομέας του Διαρκούς Αγώνα για την ταξική απελευθέρωση

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, στις 31 Δεκεμβρίου, διαγράφηκαν από τα ελληνικά Πανεπιστήμια 308.605 φοιτητές και φοιτήτριες, στο πλαίσιο της εφαρμογής του νόμου που καθιερώνει το ν+2 ως ανώτατο όριο φοίτησης. Η λεγόμενη «εκκαθάριση» των Πανεπιστημίων από τους αποκαλούμενους «αιώνιους φοιτητές» δεν αποτελεί κάποιο μεμονωμένο ή συγκυριακό μέτρο· αντίθετα, συνιστά έναν διαχρονικό στόχο του αστικού κράτους και των κυβερνήσεών του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νόμος Διαμαντοπούλου, ο οποίος, παρότι ψηφίστηκε, έμεινε στην πράξη ανεφάρμοστος εξαιτίας των μαζικών φοιτητικών και κοινωνικών κινητοποιήσεων της περιόδου.

Σήμερα, με τον νόμο 4777/2021, οι διαγραφές επανέρχονται με ακόμα πιο επιθετικό, καθολικό και αυταρχικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για ένα αποσπασματικό μέτρο, αλλά για κομμάτι μιας συνολικότερης αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Οι διαγραφές συνδέονται άμεσα με την αξιολόγηση των Ιδρυμάτων, τα πειθαρχικά μέτρα, την πανεπιστημιακή αστυνομία και τη συνολική μετατροπή των ΑΕΙ σε «επιχειρηματικά πανεπιστήμια», που θα λειτουργούν με όρους αγοράς και σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου. Πρόκειται για μια βαθιά ταξική αναδιάρθρωση, που αποσκοπεί στον αποκλεισμό των παιδιών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων από την ανώτατη εκπαίδευση.

Την ίδια στιγμή που το κράτος διαθέτει τεράστια κονδύλια για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, το ΝΑΤΟ και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, η κυβέρνηση εμφανίζει τους φοιτητές ως «περιττό κόστος». Οι λεγόμενοι «αιώνιοι φοιτητές» παρουσιάζονται ως αποτυχημένοι, ως άτομα που έχουν εγκαταλείψει τις σπουδές τους και επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Στην πράξη, οι φοιτητές που υπερβαίνουν το ν+2 δεν αποτελούν κανένα ουσιαστικό κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν λαμβάνουν δωρεάν συγγράμματα, δεν δικαιούνται φοιτητική μέριμνα, δεν επιβαρύνουν τις υποδομές. Ο πραγματικός λόγος ύπαρξης του ν+2 συνδέεται άμεσα με το σύστημα αξιολόγησης της ΕΘΑΑΕ (Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης), το οποίο στοχεύει στην κατηγοριοποίηση των Πανεπιστημίων και στη σύνδεση της χρηματοδότησής τους με συγκεκριμένους «δείκτες απόδοσης».

Στους δείκτες αυτούς περιλαμβάνονται ο μέσος χρόνος αποφοίτησης, τα ποσοστά ολοκλήρωσης των σπουδών και η αναλογία φοιτητών προς διδακτικό προσωπικό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα ΑΕΙ εξαναγκάζονται να ευθυγραμμιστούν με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις απαιτήσεις της αγοράς, θυσιάζοντας τον δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Οι διαγραφές, επομένως, δεν στοχεύουν στην «αναβάθμιση» των σπουδών, αλλά στη βελτίωση των στατιστικών στοιχείων και στη διαμόρφωση ενός Πανεπιστημίου πειθαρχημένου, ταξικού και απολύτως υποταγμένου στις ανάγκες του κεφαλαίου.

Παράλληλα, οι διαγραφές φοιτητών εντατικοποιούν τη φοιτητική καθημερινότητα, η οποία έχει ήδη μετατραπεί σε ασφυκτική. Το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών και των φοιτητριών αναγκάζεται να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές του, προκειμένου να καλύψει το κόστος του ενοικίου και τις στοιχειώδεις καθημερινές ανάγκες. Το ν+2 λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης και πειθάρχησης, επιβάλλοντας έναν ρυθμό σπουδών που αγνοεί πλήρως τις κοινωνικές και υλικές συνθήκες ζωής της φοιτητικής πλειοψηφίας. Οι διαγραφές στοχεύουν στο να σπρώξουν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες είτε προς την ιδιωτική εκπαίδευση είτε στην πρόωρη έξοδο στην αγορά εργασίας ως φθηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό, καλύπτοντας τις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, όπως για παράδειγμα στον τουρισμό.

Η εντατικοποίηση αυτή επηρεάζει άμεσα και τη συνδικαλιστική και πολιτική δράση μέσα στα Πανεπιστήμια. Πέρα από τα πειθαρχικά και το κλίμα καταστολής που έχει δημιουργηθεί από τον νόμο για τα πειθαρχικά, τις εκκενώσεις στεκιών και καταλήψεων και τη συνεχή είσοδο της αστυνομίας στο κάμπους, ο φοιτητής ή η φοιτήτρια που αγωνίζεται κινδυνεύει πλέον και με διαγραφή, αν δεν καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του στα χρόνια που «αρμόζουν» στα στατιστικά της αξιολόγησης. Έτσι, επιχειρείται η αποστείρωση των Πανεπιστημίων από κάθε πολιτική, πολιτισμική και συνδικαλιστική δράση, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας» και της «κανονικότητας» που επιβάλλει η κερδοφορία της αγοράς.

Η αστική τάξη και η εντολοδόχος της κυβέρνηση θέλουν να μετατρέψουν την εκπαίδευση σε ένα στυγνό πεδίο κερδοφορίας, πλήρως καθοδηγούμενο από τα συμφέροντα του κεφαλαίου, και εντάσσουν τις παραπάνω πολιτικές στη συνολικότερη επιχειρούμενη εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, που στοχεύει στην υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας, την εισχώρηση επιχειρηματικών συμφερόντων μέσα στα δημόσια ΑΕΙ, τη λειτουργία εργαστηρίων ως τόπων εύρεσης φθηνού αλλά εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων, τη διαγραφή φοιτητών, αλλά και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Σήμερα, είναι πιο επιτακτικό από ποτέ να διαθέσουμε τις δυνάμεις μας όχι απλά για τις επιτακτικά άμεσες ανάγκες των σημερινών φοιτητών, αλλά και για τη διαπαιδαγώγησή τους στην ταξική πάλη των αυριανών εργαζομένων και επιστημόνων.

Σήμερα, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να ανασυνταχθεί το φοιτητικό κίνημα, να ζωντανέψουν πραγματικά οι δομές του και οι φοιτητικοί σύλλογοι από τα κάτω, να μαζικοποιηθεί, να λάβει αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Γιατί τώρα εξαπολύεται πιο έντονα από ποτέ η επίθεση στη δυνατότητα των νέων να έχουν πρόσβαση στη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, να μπορούν να σπουδάσουν, να πολιτικοποιηθούν, να ριζοσπαστικοποιηθούν και να διεκδικήσουν το παρόν και το μέλλον τους.

Στην τρομοκρατία, την καταστολή, στις αστικές πολιτικές που εντείνουν τις ταξικές αντιθέσεις και στο άδικο σύστημα που τις γεννά και τις θρέφει, να απαντήσουμε με μαζικές συνελεύσεις, καταλήψεις, συγκρούσεις και διαδηλώσεις. Να κρατήσουμε τη φλόγα των προηγούμενων κινημάτων ζωντανή και να τη φουντώσουμε ακόμα παραπάνω. Με οργάνωση και βάθεμα του ταξικού χαρακτήρα του φοιτητικού αγώνα που δίνεται, αλλά και με τη σύνδεσή του με τα ταξικά και κοινωνικά κινήματα που είναι σε κίνηση αυτή την περίοδο – από τις αγροτικές κινητοποιήσεις μέχρι τα αντιιμπεριαλιστικά-διεθνιστικά καθήκοντα – να μπλοκάρουμε οποιαδήποτε προσπάθεια για διαγραφές, ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και την περαιτέρω επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης/έρευνας. Και είναι ένα στοίχημα αποδοχής μιας καθολικής ήττας – ως απότοκο ενός αστικού ιδεολογήματος από τα πάνω φερμένου (ΤΙΝΑ) – ή επιβίωσης και αγώνα. Μια υπόσχεση ότι, με τις μικρές μας νίκες, με τα κατά τόπους αναχώματα, μπορούμε και οφείλουμε να αφήσουμε ένα καλύτερο αύριο για τις μελλοντικές γενιές της τάξης μας και της κοινωνίας. Μπορούμε και οφείλουμε να αγωνιστούμε για ένα από τα βασικότερα δημόσια αγαθά, όπως αυτό της δωρεάν και δημόσιας παιδείας, ενός αγαθού που αποτελεί ταυτόχρονα πυλώνα της αναπαραγωγής του συστήματος και μηχανισμό εξομάλυνσης αλλά και όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων. Να διεκδικήσουμε την ποιοτική αναβάθμιση της παιδείας και να τολμήσουμε να ανοίξουμε τη συζήτηση για τον ίδιο τον χαρακτήρα της και να καταδείξουμε ποιον εξυπηρετεί εν τέλει η εμπορευματοποίησή της. Να μετατραπεί σε ανοιχτό πεδίο μάχης ενάντια στις αστικές πολιτικές έτσι ώστε τελικά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ρήξης για να αποφασίσουν οι ίδιοι οι φοιτητές/-τριες και ο λαός προς τα πού πρέπει να κατευθύνονται η παιδεία, η μόρφωση και η έρευνα και σε ποιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα μπορούν και πρέπει να υπάρχουν.