1131 προσλήψεις ή 6.000 κενά στο ΕΣΥ; Τι διεκδικείται από τους υγειονομικούς και το λαό;

🔴 Η τελευταία προκήρυξη μόνιμων ιατρών στο ΕΣΥ παρουσιάζεται από τον αρμόδιο υπουργό Άδωνι Γεωργιάδη ως μια μεγάλη επιτυχία, ένα ακόμη «στολίδι» στο αφήγημα περί δήθεν ακμαίου συστήματος υγείας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική: οι 1.131 μόνιμες προσλήψεις γιατρών δεν είναι παρά ένα μπάλωμα στο ήδη υποστελεχωμένο και υποβαθμισμένο ΕΣΥ. Σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για μια πράξη γενναιόδωρης πολιτικής, λες και ξαφνικά ο Υπουργός Υγείας νοιάστηκε για την στελέχωση του ΕΣΥ, αλλά για το αποτέλεσμα της πίεσης που άσκησαν οι υγειονομικοί και τα σωματεία τους, με την έντονη δραστηριότητα και την απήχηση των κινητοποιήσεων τους.

Ας κοιτάξουμε τα πραγματικά νούμερα που μαρτυρούν μιαν διαφορετική διάσταση από αυτήν που παρουσιάζεται. Πανελλαδικά, τα κενά που έχουν καταγραφεί, ακόμα και με βάση τα ληξιαρχικά –και ξεπερασμένα– οργανογράμματα του 2014, ξεπερνούν τις 6.000 θέσεις. Αυτό σημαίνει ότι η παρούσα προκήρυξη καλύπτει μόλις το ένα έκτο των αναγκών, αφήνοντας έξω χιλιάδες κενά που σε καθημερινή βάση μεταφράζονται σε ανθρώπινες ζωές και υπερεργασία των υγειονομικών. Κι αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι οι οργανικές θέσεις δεν έχουν αναθεωρηθεί εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, τότε το πραγματικό έλλειμμα εκτοξεύεται σε ακόμα πιο τρομακτικές διαστάσεις.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της κοροϊδίας, αρκεί να δει κανείς το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης. Στα νοσοκομεία της πόλης οι κενές θέσεις γιατρών φτάνουν τις 350, ωστόσο στη νέα προκήρυξη συμπεριλήφθηκαν μόλις 109. Και όταν κατεβαίνουμε σε επίπεδο τμήματος, η εικόνα γίνεται αποκαρδιωτική: στο αναισθησιολογικό του Παπανικολάου, 16 κενές οργανικές θέσεις σε σύνολο 28, και από αυτές προσφέρονται μόλις δύο. Πρόκειται για ένα μοτίβο εγκατάλειψης που οδηγεί σε απάνθρωπα ωράρια, εξουθένωση και –το χειρότερο– σε αύξηση της θνητότητας των ασθενών.

🔴 Πίσω από αυτή τη λογική κρύβεται μια συνειδητή πολιτική: το δημόσιο νοσοκομείο αφήνεται να μαραζώνει, ώστε η ζήτηση να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα ή στην απογευματινή χειρουργική επί πληρωμή. Η ίδια πολιτική περιλαμβάνει την καθήλωση των μισθών σε επίπεδα προ δεκαπενταετίας, τη μαζική χρήση επικουρικών και συμβασιούχων και την έλλειψη κάθε ουσιαστικής πρόβλεψης για την πρόληψη. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας στους τρεις γιατρούς που αποχωρεί από το ΕΣΥ το κάνει γιατί δεν αντέχει άλλο τις συνθήκες – και το κενό του καλύπτεται πρόχειρα με αναγκαστικές μετακινήσεις και αλυσιδωτές εφημερίες.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση αναδύεται μια εικόνα δομικής αποσάθρωσης, όπου η υγεία μετατρέπεται από καθολικό κοινωνικό αγαθό σε ατομικό εμπόρευμα, με την επιβίωση του ασθενούς να εξαρτάται πλέον άμεσα από την ταξική του θέση και την οικονομική του επιφάνεια. Το παραπάνω εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αυτής της κυβέρνησης – αλλά και των προηγούμενων – αφενός ιδιωτικοποιήσεων και αφετέρου υποβάθμισης και υποχρηματοδότησης των λαϊκών αναγκών όπως η Υγεία και η Παιδεία, για να θρέψει τα πολεμικά ταμεία και τους επιχειρηματικούς ομίλους.

🔴 Οι αγώνες των υγειονομικών τόσο για καλύτερες και περισσότερες υποδομές, πλήρη στελέχωση και βελτίωση των συνθηκών εργασίας, των εργασιακών δικαιωμάτων και των απολαβών όσο και οι αγώνες για δημόσια, δωρεάν και ποιοτική υγεία είναι δίκαιοι και απαραίτητοι. Για το υγειονομικό κίνημα, η υγεία δεν είναι εμπόρευμα για να πωλείται και να αγοράζεται, αλλά ένα πεδίο ταξικής πάλης όπου η συλλογική αντίσταση των εργαζομένων και της κοινωνίας μπορεί και πρέπει να επιβάλει τη δική της «κόκκινη» γραμμή: καμία ζωή στη ζυγαριά του κέρδους, καμία υποχώρηση μπροστά στη βαρβαρότητα της αγοράς.

Έτσι, η διεκδίκηση δημόσιας και δωρεάν για όλους υγείας δεν είναι μόνο χρέος των υγειονομικών αλλά του συνόλου της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται άμεσα και με τον πιο βίαιο και ωμό τρόπο από την απαξίωση του ΕΣΥ. Ο αγώνας για την υγεία είναι απαραίτητο να συνδεθεί με τον αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της Παιδείας που μετατρέπει την τελευταία σε προνόμιο για λίγους και εκλεκτούς, τον αγώνα για αυξήσεις στους μισθούς σε κάθε χώρο δουλειάς, την λαϊκή αυτοάμυνα απέναντι στην καταστολή και προφανώς τον αντιιμπεριαλιστικό-διεθνιστικό αγώνα που άμεσο αίτημα του πρέπει να έχει, παράλληλα με το αίτημα για καμία συμμετοχή στους πολέμους για τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, το να μην δοθεί ευρώ παραπάνω για τους πολεμικούς εξοπλισμούς του ευρωατλαντικού άρματος την στιγμή που τα δημόσια αγαθά αποσαθρώνονται και η εργατική τάξη εξαθλιώνεται. Η σύνδεση αυτή δεν αποτελεί απλά μια ιδεολογική τοποθέτηση για τον ενιαίο αγώνα της εργατικής τάξης, αλλά αναγκαία συνθήκη αυτοάμυνας και αντεπίθεσης απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση της αστικής τάξης και του κράτους της.