«Αυτός ο κόσμος για ποιον είναι τελικά;»
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης και των μέσων παραγωγής, αντί να καλύπτει τις ανάγκες των λαών και να διευκολύνει τις ζωές μας, υπηρετεί όλο και περισσότερο την ανάγκη των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Επιβάλλει δουλικές σχέσεις παραγωγής με γνώμονα το κέρδος και τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Συνεπώς παρατηρούνται φαινόμενα όπως αύξηση εργατικών δολοφονιών και τραυματισμών, όξυνση της ψυχολογικής δυσφορίας στους νέους και, κατ’ επέκταση, αύξηση στην κατανάλωση ψυχοφαρμάκων (αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών) χωρίς ουσιαστική πλαισίωση (ομαδική ή ατομική ψυχοθεραπεία). Παράλληλα, αυξάνονται τα περιστατικά σχολικής βίας και γενικότερα τα περιστατικά βίας στη νεολαία.
Όμως τα συγκεκριμένα περιστατικά δεν αποτελούν τυχαιότητα. Αποτελούν την αποτύπωση του πολιτικο-οικονομικού συστήματος εκμετάλλευσης πάνω στην ίδια την κοινωνία. Ας ξεκινήσουμε από την ανάπτυξη των παιδιών, που είναι το μέλλον της ανθρωπότητας. Τα παιδιά παραμένουν εσώκλειστα στα διαμερίσματα των μεγαλουπόλεων –και λιγότερο στην επαρχία– λόγω έλλειψης χώρων συνάντησης: πλατείες, δημόσια αθλητικά κέντρα, δημόσια πολιτιστικά κέντρα όπου θα μπορούσαν να αναπτύξουν δεξιότητες. Αντί γι’ αυτά, παραπέμπονται σε κέντρα ημέρας όπου αναζητούν «θεραπείες» μόνο από ψυχολόγους και όχι από εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και παιδαγωγούς ειδικής αγωγής, τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι των παιδιών διαγιγνώσκεται στο φάσμα του αυτισμού ή με κάποια ψυχική διαταραχή.
Φτάνοντας στη σχολική ηλικία, οι προσχολικές και σχολικές μονάδες βρίσκονται σε όλο και χειρότερη κατάσταση λόγω κακής συντήρησης, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικές διαδικασίες να γίνονται σε κτήρια-ερείπια ή ακόμα και σε κοντέινερ. Υπάρχει έλλειψη σχολικών εγκαταστάσεων –γυμναστήρια, αίθουσες καλλιτεχνικών και μουσικής, εργαστήρια πληροφορικής, φυσικής και χημείας– αλλά και έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, δάσκαλοι, εκπαιδευτικοί, γυμναστές, μουσικοί, καλλιτέχνες εκπαιδευτικοί, σχολικοί γιατροί, ψυχολόγοι, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής. Μέσα σε αυτό το λειψό πλαίσιο, το εκπαιδευτικό προσωπικό περνάει και από αξιολόγηση. Αντί να αξιολογείται η διαδικασία μάθησης μέσα από την αλληλεπίδραση εκπαιδευτικών και μαθητών, με στόχο τη βελτίωσή της και σε σύνδεση με τις επιστημονικές γνώσεις, αξιολογούνται τα άτομα.
Από τη βασική εκπαίδευση περνάμε στην πανεπιστημιακή και την τεχνική κατάρτιση. Ανάμεσά τους υπάρχουν σκαλοπάτια μετάβασης μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων. Τα παιδιά αξιολογούνται για την εισαγωγή τους σε κάποιο δημόσιο πανεπιστήμιο ή σε κάποια τεχνική σχολή – ειδάλλως παγιώνονται στη ματαίωση της «αποτυχίας» τους. Αν δεν καταφέρεις την εισαγωγή σε κάποιο δημόσιο πανεπιστήμιο, σου δίνεται η «ευκαιρία» να αγοράσεις το πτυχίο σου σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα, με βολικό πρόγραμμα σπουδών που καλύπτει τις ανάγκες της αγοράς και όχι της επιστήμης. Σε αυτό το πολιτικο-οικονομικό σύστημα, το καπιταλιστικό, ούτε η επιστημονική γνώση παραμένει στην υπηρεσία των λαών και των κοινωνικών αναγκών· απεναντίας υποτάσσεται στους νόμους της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Επιβάλλεται μια εντατικοποιημένη διαδικασία τόσο στους σπουδαστές –που ως επί το πλείστον δουλεύουν παράλληλα για να καλύψουν τις ανάγκες τους και να τελειώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα– όσο και στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικό, που καλείται σε άμεση και γρήγορη παραγωγή γνώσης με οποιαδήποτε μεθοδολογία, ενίοτε και μη επιστημονική. Έτσι μένει στο περιθώριο η επαφή τόσο των σπουδαστών όσο και των εκπαιδευτικών και ερευνητών με την παραγωγή γνώσης προς το κοινωνικό όφελος.
Πώς αξιοποιείται αυτή η ογκώδης παραγωγή γνώσης και πώς φτάνει να επικοινωνείται στις λαϊκές μάζες, ώστε εκείνες να δώσουν την απαραίτητη κατεύθυνση στο επιστημονικό και ερευνητικό προσωπικό; Στην εποχή μας, η έρευνα έχει πάρει κατά κύριο λόγο στροφή προς την πολεμική κατεύθυνση – και την ίδια κατεύθυνση ακολουθεί και η βιομηχανία, όπως επιβάλλει το αδιέξοδο της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Παράλληλα, η ραγδαία αύξηση της ταχύτητας και του όγκου της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης αφήνει απέξω την κριτική τόσο της επιστημονικής-ερευνητικής κοινότητας και της μεθοδολογίας της (εμπειρισμός, νεο-θετικισμός) όσο και την κριτική των πλατιών μαζών, δημιουργώντας στρεβλές και πλασματικές ανάγκες.
Από την κατάκτηση εξειδικευμένης γνώσης ή τεχνικής κατάρτισης, περνάμε στην αγορά εργασίας. Το κυρίαρχο αφήγημα ήταν κάποτε «γίνε δάσκαλος, γιατρός, δικηγόρος για να έχεις κοινωνική αναγνώριση και χρήματα». Μετά έγινε «πάρε ένα πτυχίο, κάνε μεταπτυχιακό». Τώρα έγινε «κάνε και διδακτορικό για να βρεις δουλειά με μεγάλο μισθό». Το αφήγημα ολοκληρώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο: τι θες, να καταλήξεις εργάτης στην οικοδομή ή στο εργοστάσιο, να μαζεύεις σκουπίδια, να γίνεις γεωργός και να δουλεύεις στον ήλιο, να ανατρέφεις ζώα – και να μείνεις φτωχός; Πώς φτάσαμε όμως να θεωρούμε κάποια επαγγέλματα προνομιούχα και κάποια υποδεέστερα; Η ίδια η ερώτηση ενέχει σφάλμα. Κάθε επάγγελμα –στη συντριπτική του πλειονότητα– αποτελεί στοιχείο για τη συντήρηση των φυσικών αναγκών της ανθρωπότητας και για τη συνέχιση της ανάπτυξης της ίδιας της κοινωνίας.
Η απόκτηση ενός παχυλού μισθού και γενικά χρημάτων συνιστά ταυτόχρονα και κοινωνική αναγνώριση;
Μέσα στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, που γνώμονας του είναι το ατομικό κέρδος –μέσω της δουλειάς και μέσω των ανταγωνιστικών πλέον κοινωνικών συναναστροφών– με αποτέλεσμα την ψευδαίσθηση της ταξικής και κοινωνικής ανέλιξης. Ο άνθρωπος γίνεται καταναλωτής εμπειριών, καταβροχθίζοντας εμπορεύματα, αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό και από την κοινωνία, και χάνεται η ουσία του ως κοινωνικά διαμορφωμένου όντος.
Και από την άλλη, όταν ο άνθρωπος μέσα από την εντατικοποιημένη δουλειά του δεν καταφέρνει αυτούς τους σκοπούς –την απόκτηση χρημάτων, την ταξική και κοινωνική ανέλιξη– τι απομένει; Να ξεπουλά την εργατική του δύναμη για έναν μισθό που θα καλύπτει ίσα-ίσα τις φυσικές του ανάγκες, ενώ η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του πάει περίπατο. Το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: αποξένωση από τον εαυτό και από την κοινωνία. Αν εξετάσουμε το επιχείρημα από αυτές τις λειψές οπτικές, καταλήγουμε σε ψευδή συμπεράσματα.
Ο θυμός, η βία, η ματαίωση, η αποξένωση, ο φόβος, η ντροπή αποτελούν μια κραυγή που αποτυπώνει με τον πιο βίαιο τρόπο την ασφυξία που βιώνουν χιλιάδες νέοι άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία αβεβαιότητας χωρίς προοπτική. Οι ρητές και άρρητες κραυγές από την πίεση των πανελλαδικών εξετάσεων και το αίσθημα ότι δεν υπάρχει μέλλον φανερώνουν την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερα παιδιά της εργατικής τάξης και του λαού. Μια πραγματικότητα όπου η ζωή μετατρέπεται από νωρίς σε αδιάκοπο αγώνα άγχους, φόβου και ανασφάλειας για το αύριο.
Οι διαδικασίες αυτές αποτυπώνουν εμφατικά την κρατική θανατοπολιτική και την απαξίωση απέναντι στην εργατική τάξη και τον λαό. Η εκπαίδευση ιδιωτικοποιείται και το σχολείο μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε εξοντωτικό μηχανισμό αξιολόγησης και πίεσης, όπου η αξία των νέων μετριέται με βαθμούς, μόρια και διαρκή ανταγωνισμό. Η εφηβεία συνθλίβεται κάτω από την αγωνία της «επιτυχίας» και τον φόβο πως οποιαδήποτε αποτυχία οδηγεί σε μια ζωή φτώχειας, επισφάλειας και εκμετάλλευσης. Πίσω από αυτή την ασφυκτική πίεση βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καταστρέφει την περιέργεια, τη χαρά της γνώσης και τη δημιουργικότητα, μετατρέποντας τη μάθηση από ανάγκη ελευθερίας σε μηχανισμό πειθάρχησης και επιβίωσης. Τα όνειρα της νεολαίας πεθαίνουν στον βωμό της «ελεύθερης» αγοράς και της ομαλής κερδοφορίας. Και όταν η νεολαία ανοίγει την πόρτα της ενήλικης ζωής, νιώθει σαν μαχαιριά στα φτερά της τα πτυχία χωρίς αντίκρισμα, την κακοπληρωμένη εργασία, τη μόνιμη ανασφάλεια και το μέλλον του «φτωχού εργαζόμενου» ως μοναδική προοπτική.
Μέσα σε αυτή την κοινωνική συνθήκη γιγαντώνεται η απομόνωση και η ψυχική εξουθένωση, ως αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που γεννά τον ανταγωνισμό, την αποξένωση και τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Οι υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν η νεολαία και ο λαός διαμορφώνουν αναπόφευκτα και τον τρόπο που σκέφτονται, αισθάνονται και αντέχουν απέναντι στη ζωή. Δεν είμαστε όμως μόνο θύματα. Το σύστημα δεν στέκεται απ’ έξω και μας χτυπά – το κουβαλάμε μέσα μας, το αναπαράγουμε καθημερινά. Ανταγωνιζόμαστε τον διπλανό για μια θέση, μετράμε την αξία μας με βαθμούς και μισθούς, καταπίνουμε την οργή μας και την ξερνάμε στους πιο αδύναμους. Αυτή η εσωτερίκευση της εξουσίας είναι η πιο ύπουλη νίκη του κεφαλαίου: μας κάνει εχθρούς του εαυτού μας και μετά μας πείθει πως φταίμε εμείς.
Το σημερινό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας προωθεί τον ατομικισμό, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως απομονωμένη μονάδα, ως «επιχείρηση» που οφείλει μόνη της να αντέξει, να επιβιώσει και να «πετύχει». Έτσι, τα προβλήματα της ζωής διογκώνονται και μοιάζουν αξεπέραστα, καθώς λείπει η αίσθηση της συλλογικής ασφάλειας, της κοινωνίας και της αλληλεγγύης που θα μπορούσε να αγκαλιάσει το άτομο και να αντιμετωπίζει το ατομικό πρόβλημα ως συλλογική υπόθεση. Όταν η καθημερινότητα καθορίζεται από την ανασφάλεια, την πίεση και την αγωνία της επιβίωσης, η απόγνωση δεν αποτελεί «ατομική αδυναμία» αλλά κοινωνικό σύμπτωμα μιας βαθιά άρρωστης πραγματικότητας.
Απέναντι στα υποκριτικά δάκρυα κυβερνήσεων και θεσμών που πρώτα συνθλίβουν τις ζωές των νέων και έπειτα μιλούν για «ευαισθητοποίηση», η μόνη πραγματική απάντηση βρίσκεται στην οργάνωση της εργατικής τάξης στα σωματεία και τον επανακαθορισμό της λειτουργίας τους, στην οργάνωση των φοιτητών και των μαθητών στους συλλογικούς φορείς τους. Όχι όμως σε όποια σωματεία και όποια συνέλευση. Οι οργανώσεις που κληρονομήσαμε είναι συχνά άδεια κελύφη, γραφειοκρατικοί μηχανισμοί ενσωμάτωσης ή τόποι όπου αναπαράγονται οι ίδιες ιεραρχίες και μικροεξουσίες που υποτίθεται πως πολεμάμε. Η οργάνωση που χρειαζόμαστε οφείλει να είναι ταυτόχρονα μέσο πάλης και προεικόνιση της κοινωνίας που θέλουμε: χωρίς αφεντικά, χωρίς πατριαρχικές σχέσεις, χωρίς αποκλεισμούς. Να φτιάξουμε τόπους όπου η φωνή του πιο διστακτικού έχει βάρος, όπου η φροντίδα δεν είναι «γυναικεία υπόθεση», όπου η ήττα μπορεί να ειπωθεί χωρίς ντροπή. Να αυξήσουμε την ταξική συνείδηση του λαού και της εργατικής τάξης, να οξύνουμε την ταξική πάλη. Αυτό όμως δεν είναι αυτόματο. Η οργή από μόνη της δεν έχει ταξικό πρόσημο – μπορεί να γίνει φασιστική εκτόνωση, μίσος για τον εαυτό ή κυνική παραίτηση. Χρειάζεται πολιτική δουλειά που να τη μετασχηματίζει σε συλλογική διεκδίκηση: να ονομάζουμε τον πραγματικό εχθρό, όχι τον μετανάστη, όχι τον πιο αδύναμο συνάδελφο, όχι τον εαυτό μας. Να μαθαίνουμε, μέσα από τη δράση και τη συζήτηση, ότι η προσωπική μας απόγνωση έχει αιτίες κοινές – και ότι η λύση δεν βρίσκεται στην ατομική σωτηρία αλλά στη συλλογική αναμέτρηση. Να μιλάμε όταν δεν αντέχουμε, να σπάμε τη σιωπή, την ντροπή και την ενοχή, να αναγνωρίζουμε πως η απόγνωση δεν είναι ατομική αποτυχία αλλά κοινωνική πληγή με κοινή ρίζα: την εξουσία του κεφαλαίου πάνω στις ζωές μας.
Η απάντηση στην απόγνωση που γεννούν οι μισθοί πείνας, τα πτυχία χωρίς αξία, το άγχος των εξετάσεων και η κοινωνική πίεση δεν μπορεί να είναι η απομόνωση και η παραίτηση. Είναι οι συλλογικοί αγώνες για μια ζωή με αξιοπρέπεια, χαρά και ελευθερία. Μέσα από την αλληλεγγύη και την ταξική πάλη για μια κοινωνία ισότητας, δικαιοσύνης και χωρίς εκμετάλλευση μπορεί να νικηθεί η συλλογική κατάθλιψη που επιβάλλει αυτό το σάπιο σύστημα και να ανθίσει η ομορφιά της ζωής.
Αυτό το σύστημα δεν μας κλέβει μόνο τον μισθό, μας κλέβει και την ομορφιά. Την αίσθηση ότι η ζωή έχει νόημα που δεν μετριέται σε παραγωγικότητα. Την ποίηση της καθημερινότητας, το δέος μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα που δεν βλέπουμε γιατί δουλεύουμε υπερωρίες, τη χαρά του έρωτα που γίνεται άλλη μια «σχέση» προς διαχείριση, το παιχνίδι που μετατρέπεται σε διαγωνισμό. Η ταξική πάλη δεν είναι μόνο για το ψωμί – είναι και για το τριαντάφυλλο. Για το δικαίωμα να υπάρχουμε χωρίς χρησιμότητα, να χαιρόμαστε χωρίς ενοχή, να ερωτευόμαστε χωρίς απόσβεση. Αυτή η επαναπραγμάτευση του κόσμου δεν έρχεται μετά την επανάσταση – πρέπει να αρχίσει τώρα, μέσα στις ρωγμές του συστήματος, αλλιώς η ίδια η επανάσταση θα γίνει μια ακόμα αγγαρεία.
Η απάντηση είναι πικρή, αλλά απελευθερωτική. Δεν είναι για εμάς αυτός ο κόσμος. Και αυτή η διαπίστωση είναι ήδη η απαρχή της άρνησής του. Να μη συνηθίσουμε τον θάνατο, την απελπισία, τον κυνισμό και την αποξένωση. Κανένας μόνος, καμία μόνη απέναντι στο σύστημα που μας εξοντώνει και συνθλίβει τα όνειρά μας.
