«Αυτός ο κόσμος για ποιον είναι τελικά;»
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης και των μέσων παραγωγής, αντί να καλύπτει τις ανάγκες των λαών και να διευκολύνει τις ζωές μας, υπηρετεί όλο και περισσότερο τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Επιβάλλει δουλικές σχέσεις παραγωγής με γνώμονα το κέρδος και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η υγεία και η ασφάλεια της εργατικής τάξης να αντιμετωπίζονται ως περιττά έξοδα και κόστος. Έτσι, η ελλιπής ή και πολλές φορές ανύπαρκτη λήψη μέτρων προστασίας και παροχή μέσων προστασίας σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εργασίας και την επισφάλεια έχουν οδηγήσει στην ραγδαία αύξηση εργατικών δολοφονιών και τραυματισμών, με συνέπειες φυσικά και στην ψυχική υγεία της εργατικής τάξης με την όξυνση της ψυχολογικής δυσφορίας και την αύξηση στην κατανάλωση ψυχοφαρμάκων (αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών) χωρίς ουσιαστική πλαισίωση (ομαδική ή ατομική ψυχοθεραπεία).
Φυσικά, οι συνέπειες αυτές της υποβάθμισης της ζωής μας καταγράφονται ιδιαίτερα και στους νέους. Στα πλαίσια αυτά παρακολουθούμε καθημερινά τα περιστατικά σχολικής βίας και γενικότερα τα περιστατικά βίας στη νεολαία να αυξάνονται. Και φυσικά τα συγκεκριμένα περιστατικά δεν αποτελούν τυχαιότητα. Αλλά αποτελούν την αποτύπωση του πολιτικο-οικονομικού συστήματος εκμετάλλευσης πάνω στην ίδια την κοινωνία.
Ας ξεκινήσουμε από την ανάπτυξη των παιδιών, που αποτελούν το μέλλον της ανθρωπότητας. Τα παιδιά από μικρή ηλικία παραμένουν περιορισμένα στα διαμερίσματα των μεγαλουπόλεων –και λιγότερο στην επαρχία– λόγω έλλειψης χώρων συνάντησης και κοινωνικοποίησης όπου θα μπορούσαν να αναπτύξουν την προσωπικότητα και τις δεξιότητες τους: πλατείες, πάρκα, δημόσια αθλητικά κέντρα, δημόσια πολιτιστικά κέντρα. Μάλιστα, τα αποτελέσματα της έλλειψης κοινωνικοποίησης συχνά δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνικό προϊόν που απαιτεί συλλογικές παρεμβάσεις και δημόσιες υποδομές, αλλά ως ατομικό πρόβλημα. Έτσι, αντί να αναζητούνται οι κοινωνικές αιτίες που εμποδίζουν την ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών και να ενισχύονται οι δημόσιες δομές πρόληψης, η ειδική αγωγή, οι χώροι δημιουργικής απασχόλησης και οι υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης, προωθούνται τα «σύγχρονα» κέντρα ειδικών θεραπειών -χρηματοδοτούμενα φυσικά από προγράμματα ΕΣΠΑ- στελεχωμένα κυρίως από ψυχολόγους και όχι από εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και παιδαγωγούς ειδικής αγωγής, όπου αναζητούν «θεραπείες» τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι των παιδιών διαγιγνώσκεται στο φάσμα του αυτισμού ή με κάποια ψυχική διαταραχή.
Φτάνοντας στη σχολική ηλικία, οι δομές της δημόσιας παιδείας βρίσκονται σε όλο και χειρότερη κατάσταση λόγω της χρόνιας υποχρηματοδότησης και της ανεπαρκούς συντήρησης των σχολικών κτιρίων, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικές διαδικασίες να πραγματοποιούνται σε υποβαθμισμένες εγκαταστάσεις, σε κτίρια-ερείπια ή ακόμα και σε κοντέινερ. Παράλληλα, καταγράφονται ελλείψεις σχολικών εγκαταστάσεων και υποδομών –γυμναστήρια, αίθουσες καλλιτεχνικών και μουσικής, εργαστήρια πληροφορικής, φυσικής και χημείας– αλλά και υποστελέχωση σε εκπαιδευτικό και επιστημονικό προσωπικό, -δασκάλους, καθηγητές, γυμναστές, μουσικούς, εκπαιδευτικούς καλλιτεχνικών, σχολικούς γιατρούς, ψυχολόγους, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές και εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής. Μέσα σε αυτό το ελλιπές πλαίσιο, το εκπαιδευτικό προσωπικό καλείται να περάσει και από αξιολόγηση. Αντί να αξιολογείται η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από την αλληλεπίδραση εκπαιδευτικών και μαθητών, με στόχο τη βελτίωσή της σε σύνδεση με τις επιστημονικές γνώσεις, η αξιολόγηση μετατοπίζεται στα ίδια τα άτομα, στους εκπαιδευτικούς.
Από τη βασική εκπαίδευση περνάμε στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και την τεχνική κατάρτιση. Μεταξύ αυτών παρεμβάλλονται οι πανελλαδικές εξετάσεις ως σκαλοπάτια μετάβασης. Οι μαθητές αξιολογούνται με τον βαθμό επιτυχία τους που μεταφράζεται με την εισαγωγή τους σε κάποιο δημόσιο πανεπιστήμιο ή σε κάποια τεχνική σχολή – ειδάλλως παγιώνονται στη ματαίωση της «αποτυχίας» τους. Αν δεν καταφέρεις να μπεις σε κάποιο δημόσιο πανεπιστήμιο, σου δίνεται η «ευκαιρία» να αγοράσεις το πτυχίο σου σε ένα ιδιωτικό ίδρυμα, με ευέλικτο πρόγραμμα σπουδών προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς και όχι της επιστήμης. Στο καπιταλιστικό σύστημα, ακόμα και η επιστημονική γνώση που παράγεται από τον ίδιο τον λαό δεν παραμένει στην υπηρεσία των λαών και των κοινωνικών αναγκών· απεναντίας υποτάσσεται στους νόμους της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Επιβάλλεται μια εντατικοποιημένη διαδικασία τόσο στους σπουδαστές –που ως επί το πλείστον δουλεύουν παράλληλα για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους και να τελειώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα– όσο και στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικό, που καλείται να παράγει άμεσα και με γρήγορους ρυθμούς γνώση με οποιαδήποτε μεθοδολογία, ενίοτε και μη επιστημονική, συχνά υπό την πίεση δεικτών αποδοτικότητας και χρηματοδότησης. Έτσι μένει στο περιθώριο η επαφή τόσο των σπουδαστών όσο και των εκπαιδευτικών και ερευνητών, με την επιστημονική γνώση και την παραγωγή της προς όφελος των κοινωνικών αναγκών.
⁉️Πώς αξιοποιείται αυτή η ογκώδης παραγωγή γνώσης και πώς φτάνει να επικοινωνείται στις λαϊκές μάζες, ώστε εκείνες να δώσουν την απαραίτητη κατεύθυνση στο επιστημονικό και ερευνητικό προσωπικό;
Στην εποχή μας, η έρευνα έχει πάρει κατά κύριο λόγο στροφή προς την πολεμική κατεύθυνση – και την ίδια κατεύθυνση ακολουθεί και η βιομηχανία, όπως επιβάλλει το αδιέξοδο της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Παράλληλα, η ραγδαία αύξηση της ταχύτητας και του όγκου της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης αφήνει απέξω την κριτική τόσο της επιστημονικής-ερευνητικής κοινότητας και της μεθοδολογίας της (εμπειρισμός, νεο-θετικισμός), όσο και την κριτική των πλατιών μαζών, δημιουργώντας στρεβλές και πλασματικές ανάγκες.
Από την κατάκτηση εξειδικευμένης γνώσης ή τεχνικής κατάρτισης, περνάμε στην αγορά εργασίας. Το κυρίαρχο αφήγημα ήταν κάποτε «γίνε δάσκαλος, γιατρός, δικηγόρος για να έχεις κοινωνική αναγνώριση και χρήματα». Μετά εξελίχθηκε στο «πάρε ένα πτυχίο, κάνε μεταπτυχιακό». Τώρα έγινε «κάνε και διδακτορικό για να βρεις δουλειά με μεγάλο μισθό». Το αφήγημα ολοκληρώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο: «τι θες, να καταλήξεις εργάτης στην οικοδομή ή στο εργοστάσιο, να μαζεύεις σκουπίδια, να γίνεις γεωργός και να δουλεύεις στον ήλιο, να ανατρέφεις ζώα – και να μείνεις φτωχός;».
⁉️Πώς φτάσαμε όμως να θεωρούμε κάποια επαγγέλματα προνομιούχα και κάποια υποδεέστερα; Η ίδια η ερώτηση ενέχει ένα θεμελιώδες σφάλμα. Στην πραγματικότητα, κάθε επάγγελμα –στη συντριπτική του πλειονότητα– αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη συντήρηση των βασικών κοινωνικών αναγκών της ανθρωπότητας και για τη συνέχιση της ανάπτυξης της ίδιας της κοινωνίας.
❓Η απόκτηση ενός παχυλού μισθού και γενικά χρημάτων συνιστά ταυτόχρονα και κοινωνική αναγνώριση;
Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, στο οποίο γνώμονάς του αποτελεί το ατομικό κέρδος –μέσω της εργασίας αλλά και μέσω των ολοένα και πιο ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων– δημιουργείται η ψευδαίσθηση της δυνατότητας ταξικής και κοινωνικής ανέλιξης. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε καταναλωτή εμπορευμάτων και εμπειριών, αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό και κατ’ επέκταση και από την κοινωνία, με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία του ως κοινωνικά διαμορφωμένου όντος.
Όμως, όταν μέσα από την εντατικοποιημένη εργασία δεν επιτυγχάνονται αυτοί οι στόχοι – δηλαδή η απόκτηση χρημάτων και η ταξική και κοινωνική ανέλιξη– τι απομένει; Το ξεπούλημα της εργατικής δύναμης του ανθρώπου για έναν μισθό που θα καλύπτει ίσα-ίσα τις βασικές του ανάγκες, ενώ η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του πάει περίπατο. Το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: αποξένωση από τον εαυτό και από την κοινωνία.
Αν εξετάσουμε το ζήτημα μόνο μέσα από αυτές τις μερικές και λειψές οπτικές, καταλήγουμε αναπόφευκτα σε στρεβλά και ελλιπή συμπεράσματα.
Ο θυμός, η βία, η ματαίωση, η αποξένωση, ο φόβος, η ντροπή αποτελούν μια κραυγή που αποτυπώνει με τον πιο βίαιο τρόπο αυτή την ασφυξία που βιώνουν χιλιάδες νέοι άνθρωποι μέσα σε μια κοινωνία αβεβαιότητας χωρίς προοπτική. Οι ρητές και άρρητες κραυγές από την πίεση των πανελλαδικών εξετάσεων και το αίσθημα ότι δεν υπάρχει μέλλον φανερώνουν την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερα παιδιά της εργατικής τάξης και του λαού. Μια πραγματικότητα όπου η ζωή μετατρέπεται από νωρίς σε αδιάκοπο αγώνα άγχους, φόβου και ανασφάλειας για το αύριο.
Οι διαδικασίες αυτές αποτυπώνουν εμφατικά την μεθοδευμένη απαξίωση και υποβάθμιση της ζωής της εργατικής τάξης και του λαού. Η εκπαίδευση ιδιωτικοποιείται και το σχολείο μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε εξοντωτικό μηχανισμό αξιολόγησης και πίεσης, όπου η αξία των νέων μετριέται με βαθμούς, μόρια και διαρκή ανταγωνισμό. Η εφηβεία συνθλίβεται κάτω από την αγωνία της «επιτυχίας» και τον φόβο πως οποιαδήποτε αποτυχία οδηγεί σε μια ζωή φτώχειας, επισφάλειας και εκμετάλλευσης. Πίσω από αυτή την ασφυκτική πίεση βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καταστρέφει την περιέργεια, τη χαρά της γνώσης και τη δημιουργικότητα, μετατρέποντας τη μάθηση από ανάγκη ελευθερίας σε μηχανισμό πειθάρχησης και επιβίωσης. Τα όνειρα της νεολαίας πεθαίνουν στον βωμό της «ελεύθερης» αγοράς και της ομαλής κερδοφορίας. Και όταν η νεολαία ανοίγει την πόρτα της ενήλικης ζωής, νιώθει σαν μαχαιριά στα φτερά της τα πτυχία χωρίς αντίκρισμα, την κακοπληρωμένη εργασία, τη μόνιμη ανασφάλεια και το μέλλον του «φτωχού εργαζόμενου» ως μοναδική προοπτική.
Μέσα σε αυτή την κοινωνική συνθήκη γιγαντώνεται η απομόνωση και η ψυχική εξουθένωση, ως αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που γεννά τον ανταγωνισμό, την αποξένωση και τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Οι υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν η νεολαία και ο λαός διαμορφώνουν αναπόφευκτα και τον τρόπο που σκέφτονται, αισθάνονται και αντέχουν απέναντι στη ζωή.
Δεν είμαστε όμως μόνο θύματα. Το σύστημα δεν στέκεται απ’ έξω και μας χτυπά – το κουβαλάμε μέσα μας, το αναπαράγουμε καθημερινά. Ανταγωνιζόμαστε τον διπλανό για μια θέση, μετράμε την αξία μας με βαθμούς και μισθούς, καταπίνουμε την οργή μας και την ξερνάμε στους πιο αδύναμους. Αυτή η εσωτερίκευση της εξουσίας είναι η πιο ύπουλη νίκη του κεφαλαίου: μας κάνει εχθρούς του εαυτού μας και μετά μας πείθει πως φταίμε εμείς.
Το σημερινό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας προωθεί τον ατομικισμό, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως απομονωμένη μονάδα, ως «επιχείρηση» που οφείλει μόνη της να αντέξει, να επιβιώσει και να «πετύχει». Έτσι, τα προβλήματα της ζωής διογκώνονται και μοιάζουν αξεπέραστα, καθώς λείπει η αίσθηση της συλλογικής ασφάλειας, της κοινωνίας και της αλληλεγγύης που θα μπορούσε να αγκαλιάσει το άτομο και να αντιμετωπίζει το ατομικό πρόβλημα ως συλλογική υπόθεση. Όταν η καθημερινότητα καθορίζεται από την ανασφάλεια, την πίεση και την αγωνία της επιβίωσης, η απόγνωση δεν αποτελεί «ατομική αδυναμία», αλλά κοινωνικό σύμπτωμα μιας βαθιά άρρωστης πραγματικότητας.
Απέναντι στα υποκριτικά δάκρυα κυβερνήσεων και θεσμών που πρώτα συνθλίβουν τις ζωές των νέων και έπειτα μιλούν για «ευαισθητοποίηση», η μόνη πραγματική απάντηση βρίσκεται στην συλλογική αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων μας και στην συλλογική διεκδίκηση των ονείρων μας. Βρίσκεται στους καθημερινούς αγώνες που νεολαία και εργατική τάξη καλούνται μαζί να δώσουν, στην ατομική και συλλογική προσπάθεια για να ανταπεξέλθουμε σε αυτόν τον κόσμο, και για να τον αλλάξουμε.
Βρίσκεται στην οργάνωση των μαθητών και φοιτητριών στους συλλογικούς φορείς τους, στην οργάνωση της εργατικής τάξης στα σωματεία και στον ταξικό επανακαθορισμό τους.
Οι οργανώσεις που κληρονομήσαμε είναι συχνά άδεια κελύφη, γραφειοκρατικοί μηχανισμοί ενσωμάτωσης ή τόποι όπου αναπαράγονται οι ίδιες ιεραρχίες και μικροεξουσίες που πολεμάμε.
Η οργάνωση που χρειαζόμαστε οφείλει να είναι ταυτόχρονα μέσο πάλης αλλά και προεικόνιση της κοινωνίας που θέλουμε: χωρίς αφεντικά, χωρίς εκμεταλλευτικές ή πατριαρχικές σχέσεις, χωρίς αποκλεισμούς.
Να φτιάξουμε τόπους όπου η φωνή του πιο διστακτικού έχει βάρος, όπου η φροντίδα δεν είναι «γυναικεία υπόθεση», όπου η ήττα μπορεί να ειπωθεί χωρίς ντροπή. Να αυξήσουμε την ταξική συνείδηση του λαού και της εργατικής τάξης, να οξύνουμε την ταξική πάλη. Αυτό όμως δεν είναι αυτόματο. Η οργή από μόνη της δεν έχει ταξικό πρόσημο – μπορεί να γίνει φασιστική εκτόνωση, μίσος για τον εαυτό ή κυνική παραίτηση. Χρειάζεται πολιτική δουλειά που να τη μετασχηματίζει σε συλλογική διεκδίκηση: να ονομάζουμε τον πραγματικό εχθρό, όχι τον μετανάστη, όχι τον πιο αδύναμο συνάδελφο, όχι τον εαυτό μας. Να μαθαίνουμε, μέσα από τη δράση και τη συζήτηση, ότι η προσωπική μας απόγνωση έχει αιτίες κοινές – και ότι η λύση δεν βρίσκεται στην ατομική σωτηρία, αλλά στη συλλογική αναμέτρηση. Να μιλάμε όταν δεν αντέχουμε, να σπάμε τη σιωπή, την ντροπή και την ενοχή, να αναγνωρίζουμε πως η απόγνωση δεν είναι ατομική αποτυχία, αλλά κοινωνική πληγή με κοινή ρίζα: την εξουσία του κεφαλαίου πάνω στις ζωές μας.
Η απάντηση στην απόγνωση που γεννούν οι μισθοί πείνας, τα πτυχία χωρίς αξία, το άγχος των εξετάσεων και η κοινωνική πίεση δεν μπορεί να είναι η απομόνωση και η παραίτηση. Είναι οι συλλογικοί αγώνες για μια ζωή με αξιοπρέπεια, χαρά και ελευθερία. Μέσα από την αλληλεγγύη και την ταξική πάλη για μια κοινωνία ισότητας, δικαιοσύνης και χωρίς εκμετάλλευση μπορεί να νικηθεί η συλλογική κατάθλιψη που επιβάλλει αυτό το σάπιο σύστημα και να ανθίσει η ομορφιά της ζωής.
Αυτό το σύστημα δεν μας κλέβει μόνο τον μισθό, μας κλέβει και την ομορφιά. Την αίσθηση ότι η ζωή έχει νόημα που δεν μετριέται σε παραγωγικότητα. Την ποίηση της καθημερινότητας, το δέος μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα που δεν βλέπουμε γιατί δουλεύουμε υπερωρίες, τη χαρά του έρωτα που γίνεται άλλη μια «σχέση» προς διαχείριση, το παιχνίδι που μετατρέπεται σε διαγωνισμό.
🌹Η ταξική πάλη δεν είναι μόνο για το ψωμί – είναι και για το τριαντάφυλλο. Για το δικαίωμα να υπάρχουμε χωρίς χρησιμότητα, να χαιρόμαστε χωρίς ενοχή, να ερωτευόμαστε χωρίς απόσβεση. Αυτή η επαναπραγμάτευση του κόσμου δεν έρχεται μετά την επανάσταση – πρέπει να αρχίσει τώρα, μέσα στις ρωγμές του συστήματος, αλλιώς η ίδια η επανάσταση θα γίνει μια ακόμα αγγαρεία.
Η απάντηση είναι πικρή, αλλά απελευθερωτική. Δεν είναι για εμάς αυτός ο κόσμος. Και αυτή η διαπίστωση είναι ήδη η απαρχή της άρνησής του. Να μη συνηθίσουμε τον θάνατο, την απελπισία, τον κυνισμό και την αποξένωση. Κανένας μόνος, καμία μόνη απέναντι στο σύστημα που μας εξοντώνει και συνθλίβει τα όνειρά μας.
