“Δεν είναι τούτο πάλαιμα σε μαρμαρένια αλώνια, …“ | Σαν σήμερα, το 1951, φεύγει από τη ζωή ο μεγάλος ποιητής Άγγελος Σικελιανός.
“Δεν είναι τούτο πάλαιμα σε μαρμαρένια αλώνια,
εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.
Εδώ σηκώνεται όλη η γη με τους αποθαμένους,
και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.
Κι απάνω-απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους
φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.
Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια, –
κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!”…
Άγγελος Σικελιανός, Η αντίσταση
Η ένταξη του Άγγελου Σικελιανού στην Εθνική Αντίσταση μέσω του ΕΑΜ υπήρξε μια πράξη βαθιάς πολιτικής και ηθικής τοποθέτησης, που σημάδεψε ανεξίτηλα τόσο την πορεία του έργου του όσο και τη μεταπολεμική του ζωή. Ο Σικελιανός επηρεασμένος από τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και τα όσα ακολούθησαν έκανε το ξεπέρασμα και οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη των ουτοπιών, κάνοντας τη στροφή προς τη λαϊκή πάλη. Το 1941, εν μέσω Κατοχής, ο ποιητής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και ανέλαβε επικεφαλής του τμήματος Διανοουμένων-Καλλιτεχνών, ταυτίζοντας τον λόγο του με τον λαϊκό αγώνα. Με την παράνομη κυκλοφορία των «Ακριτικών» του και την τολμηρή απαγγελία του ποιήματος «Ηχήστε οι σάλπιγγες…» στην κηδεία του Παλαμά το 1943, μετέτρεψε την ποίηση σε εμβατήριο αντίστασης, υμνώντας τον αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Δημοσίευσε επίσης πολλά ποιήματά του σε ΕΑΜίτικα έντυπα για το «Νέο Εικοσιένα», όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (25/3/1942). Αυτή η συμπόρευση, υπήρξε καταδικαστική για τη μετέπειτα πορεία του. Στη εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Ελλάδα, ο Σικελιανός έγινε στόχος άγριου πολέμου από το κράτος της δεξιάς, το οποίο δεν του συγχώρεσε ποτέ την αντιστασιακή του δράση. Έτσι, έφυγε από τη ζωή το 1951 πικραμένος, παραγκωνισμένος και συκοφαντημένος από την επίσημη πολιτεία, παρόλο που διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Οι ΕΑΜικές ιδέες του Σικελιανού δε λύγισαν ούτε με τον Δεκέμβρη, ούτε στα χρόνια του Εμφυλίου. Γιατί, όπως έβαζε τον Μακρυγιάννη να λέει στο ποίημα «Ωδή στο Μακρυγιάννη», «Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο, και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι, γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω, μα εγίναμε πουλιά, και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε».
Παράλληλα με αυτή την πολιτική περιθωριοποίηση, η υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας υπονομεύτηκε συστηματικά. Ο Σικελιανός υπήρξε πέντε φορές υποψήφιος για το βραβείο, με την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών να τον προτείνει επίσημα, ενώ το 1947 κατατέθηκε και μια κοινή πρόταση υποψηφιότητας μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη. Ωστόσο, η ακαδημαϊκή και πολιτική του κατασυκοφάντηση στην Ελλάδα είχε άμεσο αντίκτυπο και στο εξωτερικό: οι αντιστασιακές του πεποιθήσεις και η συμμετοχή του στο ΕΑΜ χρησιμοποιήθηκαν ως επιχειρήματα εναντίον του, με αποτέλεσμα η υποψηφιότητά του να υπονομευτεί τρεις φορές. Η τιμωρητική αυτή αντιμετώπιση από το μεταπολεμικό κατεστημένο στέρησε από τον σπουδαίο λυρικό ποιητή την ύψιστη διεθνή αναγνώριση, αφήνοντας μια πικρή παρακαταθήκη για την αδικία που υπέστη ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του 20ού αιώνα, εξαιτίας της τόλμης του να ταυτιστεί με τον αγώνα του λαού του.

