«Έλα. Ό,τι κι αν είναι, θα τελειώσει σύντομα. Μάζεψε την ψυχή σου κι όρμα» | Σαν σήμερα, ο Μ. Λουντέμης φεύγει από τη ζωή

Σαν σήμερα, το 1977, φεύγει από τη ζωή ο μεγάλος κομμουνιστής συγγραφέας και ποιητής Μενέλαος Λουντέμης. Από προσφυγική οικογένεια, μετά την μικρασιατική καταστροφή, περιπλανιέται με την οικογένεια του σε διάφορα μέρη όπου και καταλήγει στην Κοζάνη το 1932. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης.

Εργάζεται σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία λέγεται πως εμπνεύστηκε και το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας. 

Από πολύ νωρίς, γράφει ποιήματα και διηγήματά και τα δημοσιεύει σε τοπικές εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». 

Έπειτα από μια σειρά μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα συνδεθεί με αριστερούς διανοούμενους. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Στενή φιλία θα αναπτύξει και με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν». 

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο. 

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος». 

Στην δίκη του τον υπερασπίστηκαν σπουδαίου ποιητές και συγγραφείς της εποχής όπως ο Κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο Άγις Θέρος, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Στράτης Δούκας, ο Ασημάκης Πανσέληνος και ο Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ». 

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή. 

Ο Μενέλαος Λουντέμης υπήρξε κατεξοχήν συγγραφέας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ένας συγγραφέας της εργατικής τάξης. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Η λογοτεχνία του, βιωματική και συχνά λυρική μέχρι μελοδραματισμού, παραμένει άρρηκτα δεμένη με τον αγώνα, την αξιοπρέπεια και την αταλάντευτη στάση ζωής του πάντα απέναντι στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.  

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης και οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα»).

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ

Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμμένο
προχτές που φέραν τέσσερις το Βάγγο χτυπημένο.
Κι είχε μια αχνάδα η όψη του, μια μελανιά η θωριά του ―
μια αγριάδα του θανάτου.

Μαζί του κατηφόριζε κι ένα δροσάτο αγέρι ―
μια καλονιά απ’ τη Ρούμελη, χλωμή σαν τ’ αγιοκέρι.
Με λίγα αμίλητα παιδιά κομμένα απ’ τα γιουρούσα
και μια σκυλίτσα ρούσσα.

Τον στρώσαν σε ψηλόν οντά με τα φαντά σεντόνια
κι απ’ τα κονίσματα ψηλά σιγόσταζε η συμπόνοια.
Κι ένα λουλούδι που πικρά κούρνιαζε σαν το σπίνο ―
σκύβει να ιδεί και εκείνο.

Τα παραθύρια σβήσανε κι απόμειναν κλεισμένα.
Μη δουν κεφάλια ξέπλεκα και μάτια δακρυσμένα
τ’ αστέρια που κατέβηκαν τούτα τα κρύα τα βράδυα,
για να κρατήσουν βάρδια.

Θρηνολογά η κουφοξυλιά, δέρνονται τ’ αρμυρίκια!
Κλαιν οι οξυές φύλλα χλωμά κλαιν τα γκρεμνά χαλίκια.
Κι ένας τσομπάνος άπραγος με το ραβδί που εκράτα ―
δέρνει τρελλά τα βάτα.

Τον είχε ο λόγγος σταυραητό, τα τρίκορφα γιορντάνι.
Τον είχε η λέφκα ψυχογιό, τα διάσελα καλπάκι.
Τον είχε η σύναξη αδερφό, και το Καπετανάτο
φλουρί κωσταντινάτο.

Περνούν και τον θρηνολογούν, περνούνε και τον ραίνουν.
Λυπητερά μαλώματα, κακιώματα του κραίνουν.
Κι ο Βάγγος τους χαμογελά από το προσκεφάλι
σαν κόρη πούχει σφάλλει.

Διαβαίνουν οι γερόντισσες και χύνουν τα μαλλιά τους.
Περνούν κι οι νιες και χύνουνε ρόδα ― τα μαγουλά τους.
Περνάει κι ο Πικροχάροντας κι απ’ τ’ άτι ξεπεζεύει ―
ο Βάγγος για ν’ ανέβει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ