90 Χρόνια από τον Ματωμένο Μάη του ’36 στην Θεσσαλονίκη: Απεργιακή σύγκρουση, μνήμη της εξέγερσης, κρατική καταστολή και λαϊκή κυριαρχία.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Ο Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Η απεργία των καπνεργατών, η γενίκευση της κινητοποίησης σε ολόκληρη την πόλη και η αιματηρή καταστολή από την κυβέρνηση Μεταξά συμπύκνωσαν τις μεγάλες αντιθέσεις της εποχής. Από τη μία η εργατική τάξη που πάλευε για ψωμί, μεροκάματο και αξιοπρέπεια, και από την άλλη το κράτος, η εργοδοσία και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης που ετοιμάζονταν να απαντήσουν στην κοινωνική κρίση με αυταρχισμό, αντικομμουνισμό και τελικά δικτατορία. Ο ματωμένος Μάης του ’36 είναι μια από τις μεγάλες στιγμές όπου η εργατική τάξη αυτής της πόλης βγήκε στο προσκήνιο της ιστορίας ως τάξη που παράγει τον πλούτο, κρατά στα χέρια της την πόλη, συγκρούεται με το κεφάλαιο και το κράτος του, σπέρνοντας έστω και για λίγο φόβο στην αστική εξουσία.

Ο Ματωμένος Μάης δεν ήρθε σε κενό χρόνο και τόπο. Ήταν παιδί της καπιταλιστικής κρίσης, της πείνας, της ανεργίας, της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και της κρατικής τρομοκρατίας. Μετά το Κραχ του 1929 και τη στάση πληρωμών της Ελλάδας το 1932, οι εργάτες και οι εργάτριες κλήθηκαν για άλλη μια φορά να πληρώσουν τα σπασμένα της αστικής διαχείρισης. Τα μεροκάματα τσακίζονταν, λόγω της ανεργίας ο εκβιασμός από τα αφεντικά οργίαζε και οι καπνέμποροι πατούσαν πάνω στην εξαθλίωση για να ξεζουμίζουν ακόμα περισσότερο τους καπνεργάτες. Χαρακτηριστικά, υπήρχαν εργάτες που δούλευαν σχεδόν χωρίς αμοιβή, μόνο και μόνο για να μη χάσουν τα ένσημα και την περίθαλψη. Αυτή είναι η «εθνική οικονομία» όταν τη διευθύνει το κεφάλαιο. Κέρδη για τους λίγους, πείνα, εξαθλίωση και εργοδοτικές δολοφονίες για τους πολλούς.

Στις 29 Απρίλη 1936, οι καπνεργάτες και οι καπνεργάτριες της Θεσσαλονίκης κατεβαίνουν σε απεργία. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και πιο οργανωμένους κλάδους της εποχής, με ισχυρά σωματεία και με σημαντική γείωση του ΚΚΕ μέσα στο καπνεργατικό κίνημα, που αποτελούσε τότε ένα από τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της εργατικής τάξης. Περίπου 12.000 εργάτες, με τεράστια συμμετοχή γυναικών, σηκώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους καπνεμπόρους και απαιτούν την εφαρμογή της σύμβασης του 1924, αυξήσεις στα ημερομίσθια, αξιοπρέπεια στη δουλειά και στη ζωή. Η συμμετοχή των γυναικών ήταν ιδιαίτερα αυξημένη εφόσον σε πολλές καταγραφές φτάνει περίπου το 70%, δείχνοντας πως οι καπνεργάτριες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης. Η απεργία γρήγορα γενικεύεται. Από τη Θεσσαλονίκη απλώνεται και σε άλλες καπνεργατικές πόλεις: στον Βόλο, στις Σέρρες, στην Καβάλα, στη Δράμα, στην Ξάνθη, στο Αγρίνιο, στην Κομοτηνή. Όταν η εργοδοσία αρνείται να ικανοποιήσει τα αιτήματα των εργαζομένων, οι καπνεργάτες προχωρούν σε καταλήψεις εργοστασίων και η παραγωγή σταματά. Σταδιακά γίνεται σημείο αναφοράς για ολόκληρη την εργατική τάξη.

Η δύναμη των εργατών φάνηκε όταν το αίτημα των καπνεργατών έγινε υπόθεση όλης της πόλης. Όταν οι αυτοκινητιστές, οι σιδηροδρομικοί, οι λιμενεργάτες, οι αρτεργάτες, οι εργάτες των εργοστασίων, οι φοιτητές, οι φτωχοί επαγγελματίες, οι γειτονιές, οι γυναίκες και οι νέοι βρέθηκαν στον ίδιο δρόμο.

Η παρακρατική φασιστική οργάνωση Εθνική Ένωσις Ελλάς, η γνωστή ΕΕΕ ή «Τρία Έψιλον», δεν έμεινε έξω από αυτή τη σύγκρουση. Είχε ήδη πίσω της χρόνια επιθέσεων απέναντι σε κομμουνιστές, συνδικαλιστές και εργάτες. Στις 6 Μάη, μέλη της επιτίθενται και πυροβολούν ομάδα απεργών τσαγκάρηδων στην πλατεία Βλάλη, στο Καπάνι, τραυματίζοντας τον εικοσάχρονο Κ. Σαμιώτη. Όμως η φασιστική τρομοκρατία δεν έσπασε την απεργία. Αντίθετα, όξυνε την οργή και έσπρωξε ακόμα περισσότερους εργαζόμενους στη συσπείρωση απέναντι στον κοινό εχθρό τα αφεντικά, το κράτος τους και το παρακράτος του.

Η αστική εξουσία το κατάλαβε αμέσως. Γι’ αυτό απάντησε με τον τρόπο που απαντά κάθε φορά που η εργατική τάξη και ο λαός, ορθώνουν ανάστημα, διεκδικούν οργανωμένα και συγκρούονται, με ωμή βία και καταστολή.

Η Βουλή είχε ήδη δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά. Τα μεγάλα αστικά κόμματα, παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, έστρωναν τον δρόμο στον μετέπειτα δικτάτορα. Στις 30 Απρίλη η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της μέχρι τον Σεπτέμβρη, παραδίδοντας πρακτικά χώρο και χρόνο σε μια κυβέρνηση που προετοίμαζε τη θωράκιση της αστικής εξουσίας απέναντι στον εσωτερικό εχθρό την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό κίνημα. Ο φασισμός δεν έπεσε από τον ουρανό στις 4 Αυγούστου. Προετοιμάστηκε μέσα από τους θεσμούς, τις συναινέσεις, τα παζάρια και τους φόβους της αστικής τάξης.

Στις 8 Μάη, χιλιάδες απεργοί κατευθύνονται προς το Διοικητήριο. Η Χωροφυλακή επιχειρεί να τους σταματήσει. Οι διαδηλωτές επιμένουν. Η κρατική βία είναι ανελέητη, αλλά οι διαδηλωτές δεν οπισθοχωρούν. Οι χωροφύλακες χτυπούν, τραυματίζουν, προσπαθούν να διαλύσουν το πλήθος. Όμως το αποτέλεσμα είναι το αντίθετο από αυτό που ήθελε η κυβέρνηση. Η πόλη παίρνει φωτιά. Η επίθεση στους καπνεργάτες γίνεται υπόθεση όλων. Το ίδιο βράδυ, λοιπόν, νέοι κλάδοι μπαίνουν στην απεργία και ο αγώνας φουντώνει ακόμα περισσότερο.

Στις 9 Μάη οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης γεμίζουν. Η Εγνατία, η Βενιζέλου, οι συνοικίες, τα εργοστάσια, τα σωματεία, οι προσφυγικές γειτονιές γίνονται πεδίο ταξικής σύγκρουσης. Η Χωροφυλακή πυροβολεί στο ψαχνό. Πρώτος, επί της οδού Βενιζέλου, πέφτει νεκρός ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Το σώμα του τοποθετείται πάνω σε μια πόρτα και γίνεται σημαία οργής. Η εικόνα της μάνας που θρηνεί τον νεκρό γιο της θα περάσει στην ιστορία και θα εμπνεύσει τον Ρίτσο στον Επιτάφιο. Όμως πίσω από τον θρήνο υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον πόνο, η στιγμή που ο ατομικός χαμός γίνεται συλλογική υπόσχεση αγώνα.

Στο τέλος της μέρας, οι νεκροί είναι πάνω από 10 και οι τραυματίες εκατοντάδες. Σε κάποιες καταγραφές οι νεκροί είναι 12, σε άλλες ο αριθμός των νεκρών ανεβαίνει στους 17 ή και παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, οι τραυματίες ξεπέρασαν τους 280. Όλοι από την πλευρά του λαού.

Και όμως, η σφαγή δεν λυγίζει την πόλη. Τη φουντώνει. Οι διαδηλώσεις μαζικοποιούνται. Στήνονται οδοφράγματα. Οι χωροφύλακες αναγκάζονται να κλειστούν στα αστυνομικά τμήματα. Ο στρατός καλείται να αναλάβει δράση για να επιβάλλει την τάξη, αλλά τμήματα στρατιωτών αρνούνται να χτυπήσουν τον λαό. Πολλοί φαντάροι και αξιωματικοί, βλέποντας το αιματοκύλισμα, αρνούνται να πυροβολήσουν και σε αρκετές περιπτώσεις συναδελφώνονται με το πλήθος. Την ίδια στιγμή, η είδηση της σφαγής ξεπερνά τα όρια της πόλης και προκαλεί απεργίες και κινητοποιήσεις σε Κομοτηνή, Καβάλα, Κιλκίς, Λάρισα, Λαμία, Αγρίνιο και αλλού. Η Θεσσαλονίκη ζει μια από εκείνες τις σπάνιες ιστορικές στιγμές όπου η εξουσία των από πάνω τρίζει όχι μόνο πολιτικά, αλλά και πρακτικά. Οι απεργιακές επιτροπές, οι εργατικές φρουρές, οι συγκεντρώσεις, τα ψηφίσματα, η λαϊκή αυτενέργεια δείχνουν σε μικρογραφία αυτό που φοβάται κάθε αστική τάξη, την εργατική τάξη οργανωμένη, ενωμένη, αποφασισμένη, ικανή να επιβάλει τη δική της θέληση.

Την Κυριακή 10 Μάη, στη μεγάλη κηδεία των νεκρών, πάνω από 100.000 άνθρωποι, σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης εκείνης της εποχής, ακολουθούν την πομπή. Στους δρόμους δεν κυκλοφορεί χωροφύλακας. Η περιφρούρηση της πορείας και η ασφάλεια της πόλης βρίσκονται στα χέρια των συνδικάτων και των ίδιων των εργατών. Οι αρχές έχουν ουσιαστικά καταλυθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και αστοί παρατηρητές της εποχής αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν πως τη νύχτα της 9ης προς 10η Μάη ο λαός της Θεσσαλονίκης ήταν κύριος της κατάστασης.

Αυτό το 36ωρο, ηταν η στιγμή όπου η πόλη, έστω προσωρινά, πέρασε στα χέρια αυτών που χτίζουνε τον κόσμο, πέρασε στα χέρια των εργατριών και των εργατών της. Η αστική εξουσία υποχώρησε, οι χωροφύλακες κρύφτηκαν, οι απεργιακές επιτροπές και τα σωματεία οργάνωσαν έστω και για λίγο την ζωή. Γι’ αυτό και η αστική τάξη τρόμαξε τόσο βαθιά. Δεν είδε μόνο μια απεργία. Είδε, έστω για λίγο, το ενδεχόμενο μιας άλλης εξουσίας.

Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν άμεση. Την επόμενη μέρα, ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις κατέφθασαν στη Θεσσαλονίκη, ενώ στο λιμάνι κατέπλευσε μοίρα του πολεμικού στόλου, με τα κανόνια στραμμένα προς την πόλη για εκφοβισμό. Το πρωί της Δευτέρας 11 Μάη, η Θεσσαλονίκη ξύπνησε ουσιαστικά κάτω από στρατιωτικό νόμο. Το 36ωρο είχε περάσει, αλλά η εικόνα της λαοκρατίας είχε ήδη χαραχτεί βαθιά στη μνήμη του εργατικού κινήματος.

Αυτό είναι το πιο ζωντανό δίδαγμα του Μάη του ’36. Η εργατική τάξη όταν αντιλαμβάνεται την δύναμη της, όταν οργανώνεται πολιτικά και συνδικαλιστικά, μπορεί να παραλύσει την παραγωγή, να αμφισβητήσει την κρατική βία, να τραβήξει μαζί της τα φτωχά λαϊκά στρώματα, να ανοίξει ζήτημα εξουσίας.

Αλλά εδώ βρίσκεται και το μεγάλο όριο εκείνης της στιγμής. Η εξέγερση έδειξε τη δύναμη της τάξης, αλλά δεν μπόρεσε να τη μετατρέψει σε σταθερή εργατική εξουσία. Κέρδισε αιτήματα, ανάγκασε την κυβέρνηση να υποχωρήσει, άφησε ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία του κινήματος. Όμως η αστική εξουσία δεν τσακίστηκε. Ανασυντάχθηκε. Τα αστικά κόμματα δεν ανέτρεψαν τον Μεταξά. Αντίθετα, με τη στάση τους διευκόλυναν τον δρόμο προς τη δικτατορία. Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, η μοναρχοφασιστική δικτατορία επιβλήθηκε, χτυπώντας τα σωματεία, τους κομμουνιστές, τους συνδικαλιστές και κάθε φωνή που δεν χωρούσε στη σιωπή του καθεστώτος.

Ο Μεταξάς αξιοποίησε τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και τον φόβο μιας πανελλαδικής γενικής απεργίας ως άλλοθι για τη θωράκιση της εξουσίας του. Η εξέγερση της Θεσσαλονίκης και η αλληλεγγύη που απλώθηκε σε όλη τη χώρα τρόμαξαν όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά συνολικά τον αστικό πολιτικό κόσμο και το Παλάτι.

Ταυτόχρονα, η πείρα του Μάη άνοιξε και κρίσιμα ζητήματα μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα. Η ίδια η Ενωτική ΓΣΕΕ αναγνώρισε πως οι υποχωρήσεις που έγιναν στο όνομα της αποφυγής διάσπασης του ενιαίου μετώπου κατέληξαν αντικειμενικά να καλύπτουν την εγκληματική πολιτική της κυβέρνησης. Και η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, συνεδριάζοντας στις 14 Μάη, άσκησε κριτική σε χειρισμούς που οδήγησαν στη λύση της απεργίας χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις για τα συμφέροντα των καπνεργατών και συνολικά του εργαζόμενου λαού. Παράλληλα ήταν εμφανής η έλλειψη από το ότι δεν τέθηκε ζήτημα εξουσίας.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του Μάη. Την κάνει ακόμα μεγαλύτερη. Γιατί μας δείχνει και τη δύναμη και το καθήκον. Η αυθόρμητη οργή είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Η λαϊκή σύγκρουση είναι σχολείο, αλλά ούτε αυτή αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται επαναστατική οργάνωση, από τα σπλάχνα της εργατικής τάξης, ικανή να δίνει προοπτική στην εξέγερση. Ικανή, να ενώνει τα άμεσα αιτήματα με τον στρατηγικό στόχο, την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Οι μεγάλες στιγμές της ιστορίας δεν είναι τυχαία ξεσπάσματα. Γεννιούνται μέσα από τη συνειδητή, οργανωμένη και μαχητική δράση της εργατικής τάξης και του λαού. Η αυθόρμητη δράση μπορεί να ανοίξει δρόμους, αλλά χωρίς οργάνωση, πολιτική ενότητα, σχέδιο και επαναστατική στρατηγική δεν μπορεί να κρατήσει την εξουσία που στιγμιαία αγγίζει. Γι’ αυτό η πάλη για μεροκάματο, συμβάσεις, ασφάλιση και δικαιώματα αποκτά βαθύτερο νόημα μόνο όταν συνδέεται με τον συνολικό αγώνα για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την κατάκτηση της εξουσίας από αυτούς που παράγουν τον πλούτο.

Ο Μάης του ’36 δεν μας καλεί να νοσταλγήσουμε. Μας καλεί να προετοιμαστούμε.

Σήμερα, ξανά, οι εργάτες πληρώνουν κρίσεις που δεν δημιούργησαν. Ξανά, η ακρίβεια τρώει τον μισθό πριν τελειώσει ο μήνας. Ξανά, η εργοδοσία μιλά για «αντοχές της οικονομίας» ενώ οι νεκροί εργάτες στους χώρους δουλειάς πληθαίνουν. Ξανά, το κράτος θωρακίζεται με νόμους, καταστολή, απαγορεύσεις, ποινικοποίηση της απεργίας. Ξανά, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η πολεμική προετοιμασία ζητούν από την εργατική τάξη να πληρώσει με το αίμα και τον ιδρώτα της τα σπασμένα. Και ξανά, οι από πάνω θέλουν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Υπάρχει. Τον έδειξαν οι εργάτες και οι εργάτριες της Θεσσαλονίκης τον Μάη του ’36. Τον δείχνει κάθε απεργία που σπάει τον φόβο. Κάθε λαϊκή συνέλευση που δεν περιμένει σωτήρες. Κάθε σύγκρουση με το κράτος, την εργοδοσία, τον ιμπεριαλισμό, τον φασισμό. Κάθε στιγμή που η εργατική τάξη παύει να είναι διασκορπισμένο πλήθος και γίνεται οργανωμένη δύναμη.

Από τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, της Δράμας και της Καβάλας, μέχρι την Εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, την επαναστατική απόπειρα του ΔΣΕ, τον αντιδικτατορικό αγώνα, τις εξορίες και τις φυλακές, τις μαθητικές και φοιτητικές καταλήψεις, τον αγώνα μετά τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα, την αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική πάλη ενάντια στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, τον Δεκέμβρη του 2008, τους αντιφασιστικούς αγώνες ενάντια στη Χρυσή Αυγή και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τις μεγάλες αντιμνημονιακές διαδηλώσεις, τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη και το λαϊκό ξέσπασμα για το έγκλημα των Τεμπών, υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που ενώνει τους αγώνες. Είναι το νήμα της σύγκρουσης με ένα σύστημα που δεν εξανθρωπίζεται, αλλά πρέπει να ανατραπεί.

Το ίδιο νήμα περνά και μέσα από τους σύγχρονους εργατικούς αγώνες: στη ΒΦΛ, στην COSCO, στα Πετρέλαια Καβάλας, στην e-food, στη Wolt, στη ΛΑΡΚΟ, στη Μαλαματίνα, στα ναυπηγεία, στη Μανωλάδα, αλλά και στις κινητοποιήσεις ενάντια στα εργοδοτικά εγκλήματα, όπως στη Βιολάντα. Αγώνες με αντιφάσεις, όρια και δυσκολίες, αλλά και με πραγματικές στιγμές δύναμης, που έδειξαν πως η εργατική τάξη μπορεί να επιβάλει υποχωρήσεις στα αφεντικά, να εμπνεύσει, να οργανώσει, να κερδίσει συλλογική πείρα. Γιατί η ιστορία του κόσμου δεν είναι τίποτα άλλο από την ιστορία της ταξικής πάλης.

Η μνήμη του Τούση, της Καρανικόλα, του Ματαράσσο, του Σεννόρ και όλων των νεκρών του Μάη δεν ανήκει στην επίσημη ιστορία. Ανήκει στους δρόμους. Ανήκει στα σωματεία. Ανήκει στους εργάτες που σηκώνονται πριν χαράξει. Ανήκει στις γυναίκες της δουλειάς και της φτώχειας που κράτησαν στην πλάτη τους την απεργία. Ανήκει στη Θεσσαλονίκη της πολυεθνικής εργατικής τάξης, της Φεντερασιόν, των προσφυγικών συνοικιών, των κόκκινων σημαιών, των οδοφραγμάτων, της μνήμης που δεν προσκυνά.

Ο Ματωμένος Μάης μας θυμίζει πως τίποτα δεν χαρίζεται. Τα δικαιώματα κερδίζονται με αγώνα και με θυσίες, υπερασπίζονται με σύγκρουση. Μας θυμίζει πως το αστικό κράτος, κοινοβουλευτικό ή δικτατορικό, παραμένει μηχανισμός ταξικής κυριαρχίας. Μας θυμίζει πως ο φασισμός είναι γέννημα του καπιταλισμού σε κρίση και τσακίζεται μόνο από το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα με όλα τα μέσα.

Με την ταξική μνήμη ζωντανή, την ιστορία για εργαλείο και τη συλλογική πείρα για οδηγό, το καθήκον δεν είναι απλώς να τιμάμε τον Μάη του ’36. Είναι να προετοιμάσουμε από σήμερα, μεθοδικά, τις επόμενες μεγάλες στιγμές. Να δώσουμε στους αγώνες προοπτική, διάρκεια και βάθος. Να χτίσουμε σωματεία, επιτροπές, δεσμούς αλληλεγγύης, μορφές λαϊκής περιφρούρησης και εργατικής αυτοοργάνωσης που θα μπορούν να σταθούν απέναντι στη δικτατορία της αστικής τάξης, είτε φορά κοινοβουλευτικό είτε ανοιχτά αυταρχικό προσωπείο.

Τον Μάη του ’36 η Θεσσαλονίκη βάφτηκε με αίμα. Αλλά για λίγες ώρες φωτίστηκε και από κάτι άλλο: από την εικόνα μιας πόλης που δεν υπάκουε πια στους δολοφόνους της. Από την εικόνα μιας πόλης που μπορούσε να γίνει δική μας.

Και αυτή η εικόνα μαρτυρικά μας υπενθυμίζει τα καθήκοντα μας.

Οργάνωση στους χώρους δουλειάς. Ταξικός επαναπροσδιορισμός των εργατικών σωματείων. Αντιφασιστικός και αντιιμπεριαλιστικός αγώνας. Για να περάσουν τα μέσα παραγωγής σε αυτούς που τα δουλεύουν. Για να είναι κυρίαρχος ο λαός στον τόπο του.

Έτσι ώστε την επόμενη φορά που η Θεσσαλονίκη θα βρεθεί στα χέρια των εργατριών και των εργατών της, να φροντίσουμε αυτό να κρατήσει για πάντα. Το φάντασμα της εργατικής εξέγερσης του ‘36 συνεχίζει να πλανιέται πάνω από την πόλη, στους δρόμους όπου σκοτώθηκαν ο Τούσης, η Καρανικόλα και οι σύντροφοί τους, και μας καρτερά.