Σαν σήμερα, 24 Ιούνη 1898, γεννιέται η Λέλα Καραγιάννη: Η «Μπουμπουλίνα» της Κατοχής και το καθήκον της αντιφασιστικής μνήμης
Σαν σήμερα, στις 24 Ιούνη του 1898, γεννήθηκε στη Λίμνη της Εύβοιας η Λέλα Μηνοπούλου, η γυναίκα που η Ιστορία θα γνώριζε ως Λέλα Καραγιάννη. Μια από τις πιο γνωστές μορφές της Εθνικής Αντίστασης, αρχηγός της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα», που βασανίστηκε από τους ναζί και εκτελέστηκε στις 8 Σεπτέμβρη 1944 στο Δαφνί, λίγες βδομάδες πριν την Απελευθέρωση.
Η Λέλα Καραγιάννη δεν χώρεσε ποτέ πραγματικά στα στενά όρια της επίσημης ιστοριογραφίας. Όχι γιατί το αστικό κράτος δεν τη τίμησε, το αντίθετο. Την τίμησε, της έστησε προτομές, της αφιέρωσε δρόμους, την ενέταξε στους επετειακούς του λόγους. Όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται το ζήτημα, διότι προσπάθησε να την κάνει ένα ακίνδυνο σύμβολο, αποκομμένο από το πραγματικό περιεχόμενο της Αντίστασης, από την ταξική σύγκρουση της δεκαετίας του ’40, από το ερώτημα ποιος αντιστάθηκε, ποιος συνεργάστηκε, ποιος πλήρωσε με αίμα και ποιος βγήκε από την Κατοχή με γεμάτες τσέπες.
Γιατί η Λέλα δεν ήταν γενικά και αόριστα μια «γενναία Ελληνίδα». Ήταν μια γυναίκα που, μέσα στη μαύρη νύχτα της φασιστικής κατοχής, διάλεξε στρατόπεδο. Και το στρατόπεδο αυτό δεν ήταν της αναμονής, της υποταγής, του «να περάσει η μπόρα». Ήταν το στρατόπεδο της ενεργητικής αντίστασης απέναντι στον ναζισμό, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, στην τρομοκρατία των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.
Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να θυμόμαστε το βασικό: η Εθνική Αντίσταση δεν ήταν έργο κάποιων “φωτισμένων” προσώπων ούτε υπόθεση αστικών σαλονιών. Ήταν, στον κύριο κορμό της, έργο του οργανωμένου λαού, με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ και τους κομμουνιστές στην πρώτη γραμμή της πάλης.
Μέσα σε αυτό το μεγάλο λαϊκό ποτάμι της Αντίστασης, η Λέλα Καραγιάννη κατέχει ξεχωριστή θέση. Όχι επειδή ανήκε στο ΕΑΜικό κίνημα. Δεν ανήκε. Όχι επειδή προερχόταν από το εργατικό ή κομμουνιστικό κίνημα. Δεν προερχόταν. Αλλά επειδή η δράση της, αντικειμενικά, εντάχθηκε στο μεγάλο αντιφασιστικό μέτωπο του λαού, εκεί όπου η πράξη μετριέται όχι με τις μεταγενέστερες τιμές, αλλά με το ρίσκο και την αυτοθυσία.
Μητέρα επτά παιδιών, παντρεμένη με τον φαρμακοποιό Νικόλαο Καραγιάννη, η Λέλα θα μπορούσε, όπως τόσοι άλλοι από τα πιο εύπορα και «τακτοποιημένα» στρώματα, να αναζητήσει ασφάλεια. Να κοιτάξει την οικογένειά της, να κλειστεί στο σπίτι της, να περιμένει την εξέλιξη του πολέμου. Δεν το έκανε. Από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μετατράπηκε σε οργανώτρια, σε σύνδεσμο, σε καθοδηγήτρια ενός επικίνδυνου δικτύου αντίστασης.
Η μικρή οικογενειακή ομάδα που έστησε για να κρύβει και να φυγαδεύει Βρετανούς στρατιωτικούς, εγκλωβισμένους στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του μετώπου, εξελίχθηκε στην οργάνωση «Μπουμπουλίνα». Μια οργάνωση με πάνω από εκατό μέλη, με δράση σε φυγαδεύσεις, πληροφορίες και δολιοφθορές. Στο πλευρό της βρέθηκαν και τα παιδιά της.
Αυτό είναι ένα σημείο που η αστική αφήγηση συχνά το απογυμνώνει από την ουσία του. Μιλά για τη «μάνα», αλλά όχι για την πολιτική σημασία της επιλογής της. Μιλά για τη «γυναίκα», αλλά όχι για το γεγονός ότι η ίδια διέλυσε στην πράξη τον αντιδραστικό ρόλο που της επέβαλλε η εποχή που ήθελε τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι, υποταγμένη στην οικογενειακή σφαίρα, μακριά από την πολιτική και την Ιστορία.
Η «Μπουμπουλίνα» δεν περιορίστηκε σε φιλανθρωπία ή περίθαλψη. Πέρασε στην οργανωμένη παράνομη δράση. Δίκτυο πληροφοριών, επαφές με αντιχιτλερικούς Γερμανούς και αντιφασίστες Ιταλούς αξιωματικούς, διοχέτευση πληροφοριών στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, σαμποτάζ, βοήθεια σε αντάρτικες ομάδες. Και όλα αυτά σε συνθήκες όπου η κατοχική μηχανή, οι Ες-Ες, η Γκεστάπο, η Ειδική Ασφάλεια και οι ντόπιοι καταδότες έπνιγαν την Αθήνα.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι ο λαός δεν περίμενε παθητικά την απελευθέρωση από τα πάνω. Οργανώθηκε, πείνασε, μάτωσε, πολέμησε. Στα βουνά, στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στις πόλεις και στα χωριά, η Αντίσταση πήρε μαζικό χαρακτήρα γιατί την πήρε στα χέρια του ο ίδιος ο λαός.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ιστορική αντίφαση της αστικής Αντίστασης και της αφήγησης της. Από τη μία, υπήρξαν άνθρωποι σαν τη Λέλα Καραγιάννη, που ρίσκαραν τα πάντα και στάθηκαν απέναντι στους ναζί. Από την άλλη, υπήρξε ένα ολόκληρο τμήμα του αστικού κόσμου που είτε λούφαξε είτε συνεργάστηκε είτε περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να βγει από την Κατοχή με γεμάτες τσέπες.
Και, μετά την Απελευθέρωση, το ίδιο αστικό κράτος που αξιοποίησε δοσίλογους, ταγματασφαλίτες και μηχανισμούς καταστολής στον αντικομμουνιστικό του πόλεμο, βρήκε σε πρόσωπα σαν τη Λέλα Καραγιάννη ένα βολικό σύμβολο.
Βολικό, γιατί είχε αδιαμφισβήτητη προσωπική γενναιότητα. Βολικό, γιατί δεν ανήκε στο ΕΑΜ. Βολικό, γιατί μπορούσε να παρουσιαστεί ως «εθνική» ηρωίδα χωρίς να ανοίξει η επικίνδυνη συζήτηση για το ποιος πραγματικά σήκωσε το κύριο βάρος της Αντίστασης. Βολικό, γιατί το μεταπολεμικό κράτος μπορούσε να της στήσει προτομές και να μοιράζει τιμές, την ίδια ώρα που κυνηγούσε, φυλάκιζε, εξόριζε και εκτελούσε χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ, της ΕΠΟΝ, της λαϊκής πάλης.
Αυτό είναι το βρώμικο κόλπο της αστικής μνήμης, όταν την συμφέρει παίρνει τον ηρωισμό και του αφαιρεί το κοινωνικό του περιεχόμενο, Θέλει τους νεκρούς της Αντίστασης χωρίς την Αντίσταση. Θέλει τους λαϊκούς ήρωες χωρίς τον λαό.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί επίσης καθαρά ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς μια «ξένη κατοχή» ή μια «παρέκκλιση του πολιτισμού». Είναι η πιο ωμή μορφή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, όταν η άρχουσα τάξη, οι μονοπωλιακές δυνάμεις και ο ιμπεριαλισμός χρειάζονται σιδερένια φτέρνα πάνω στους λαούς. Στην Ελλάδα της Κατοχής, ο ναζισμός δεν στάθηκε μόνος. Στηρίχθηκε και σε ντόπιους μηχανισμούς, σε μαυραγορίτες, καταδότες, ταγματασφαλίτες, κρατικούς υπαλλήλους της προδοσίας, σε όλον εκείνο τον βούρκο που αργότερα το μεταπολεμικό κράτος όχι μόνο δεν ξερίζωσε, αλλά σε μεγάλο βαθμό αξιοποίησε στον αντικομμουνιστικό του πόλεμο.
Η Λέλα Καραγιάννη συνελήφθη πρώτη φορά τον Οκτώβρη του 1941, μετά από προδοσία, και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπείας. Αθωώθηκε από ιταλικό στρατοδικείο λόγω έλλειψης στοιχείων. Δεν σταμάτησε. Αντίθετα, συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση, μεγαλύτερη οργάνωση, μεγαλύτερο ρίσκο.
Στις 11 Ιούλη 1944 συνελήφθη ξανά, ενώ νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό. Μαζί της συνελήφθησαν και πέντε από τα παιδιά της. Οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν, εκεί όπου οι ναζί και οι μηχανισμοί τους βασάνιζαν ανθρώπους για να σπάσουν όχι μόνο κορμιά, αλλά δεσμούς, δίκτυα, συνειδήσεις. Η Λέλα Καραγιάννη βασανίστηκε άγρια. Δεν μίλησε. Δεν πρόδωσε. Δεν λύγισε ούτε όταν την απείλησαν με την εκτέλεση των παιδιών της.
Αυτή η στάση δεν χρειάζεται ωραιοποίηση. Μια μάνα, μπροστά στην απειλή να εκτελεστούν τα παιδιά της, αρνήθηκε να δώσει ονόματα. Αρνήθηκε να γίνει κρίκος στην αλυσίδα της καταστολής. Αρνήθηκε να μετατραπεί σε εργαλείο του φασισμού. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό μέγεθος της πράξης της.
Την αυγή της 8ης Σεπτέμβρη 1944 οδηγήθηκε στο Δαφνί και εκτελέστηκε μαζί με άλλους αγωνιστές. Η μνήμη της Λέλας Καραγιάννη δεν ανήκει στους επετειακούς πανηγυρικούς των ίδιων μηχανισμών που ξέπλυναν τους δοσίλογους, κυνήγησαν τους κομμουνιστές, γέμισαν φυλακές και ξερονήσια μετά την Απελευθέρωση. Δεν ανήκει στην υποκριτική «εθνική ομοψυχία» που σβήνει τις ταξικές αντιθέσεις, που εξισώνει θύτες και θύματα, που μετατρέπει την Αντίσταση σε μουσειακό αντικείμενο χωρίς αιχμή.
Ανήκει στην πραγματική αντιφασιστική μνήμη. Στη μνήμη που δεν φοβάται να πει ότι η Εθνική Αντίσταση ήταν έργο του λαού. Ότι το ΕΑΜικό κίνημα υπήρξε η μεγάλη οργανωμένη έκφραση αυτής της λαϊκής ανάτασης. Ότι χωρίς τον λαό, χωρίς την οργάνωσή του, χωρίς τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές της λαϊκής πάλης, η λέξη Αντίσταση θα ήταν κενή.
Σήμερα, σε μια εποχή που ο ιμπεριαλισμός ξαναμοιράζει τον κόσμο με πολέμους, βάσεις, επεμβάσεις και σφαγές, σε μια εποχή που ο φασισμός ξανασηκώνει κεφάλι φορώντας άλλοτε τη στολή του «πατριώτη» και άλλοτε το κοστούμι του «αντισυστημικού», σε μια εποχή που η ιστορική μνήμη παραχαράσσεται συστηματικά, η μνήμη της Λέλας Καραγιάννη μας υπενθυμίζει να μη συμφιλιωθούμε με τον φασισμό.
Να μη δεχτούμε το ξέπλυμα των συνεργατών του. Να μη χαρίσουμε την Αντίσταση στο κράτος και στους μηχανισμούς του. Να μη δεχτούμε την επίπλαστη «εθνική ενότητα» που ζητά από τον λαό να ξεχάσει ποιοι πολέμησαν και ποιοι πρόδωσαν, ποιοι πλουτίζουν στις πλάτες ποιων.
Να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη ως όπλο στην ταξική πάλη. Να κρατήσουμε ζωντανή την αλήθεια ότι ο λαός, όταν οργανώνεται, μπορεί να σηκώσει κεφάλι απέναντι σε αυτοκρατορίες, στρατούς, μυστικές υπηρεσίες και βασανιστές.
Σαν σήμερα γεννήθηκε μια γυναίκα που δεν έσκυψε το κεφάλι. Και οι λαοί που δεν σκύβουν το κεφάλι, αργά ή γρήγορα, γράφουν Ιστορία.
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΟ – ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ
