Εδώ υπάρχει η Κάνδανος: Η μνήμη της ναζιστικής θηριωδίας είναι όπλο στον αντιφασιστικό αγώνα του σήμερα │ Σαν σήμερα, 3 Ιούνη του 1941, πραγματοποιείται ο αφανισμός της Κανδάνου.

Σαν σήμερα, στις 3 Ιούνη 1941, οι ναζί κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς την Κάνδανο Χανίων, με στόχο να την εξαφανίσουν από τον χάρτη. Έκαψαν σπίτια, ισοπέδωσαν έναν ολόκληρο τόπο, εκτέλεσαν κατοίκους ενώ απαγόρευσαν την επιστροφή και την ανοικοδόμηση με ποινή θανάτου. Όμως, δεν αρκέστηκαν στην θηριωδία αλλά θέλησαν να την διακηρύξουν κιόλας. Έστησαν πινακίδες πάνω στα ερείπια, για να δηλώσουν ότι η Κάνδανος «κατεστράφη» επειδή ο λαός της τόλμησε να αντισταθεί στο «Μεγάλο Ράιχ».

Αυτή είναι η ουσία του φασισμού, όχι μόνο να δολοφονεί, αλλά να απαιτεί από τους λαούς να αποδεχτούν ως φυσικό νόμο την υποταγή τους. Όχι μόνο να καίει χωριά, αλλά να επιβάλλει πάνω στις στάχτες τους την ιδεολογία της τρομοκρατίας, της συλλογικής τιμωρίας, της απόλυτης εξουσίας του ισχυρού πάνω στον αδύναμο.

Η ιστορία του αφανισμού της Κανδάνου. Η ηρωική λαϊκή αντίσταση και τα αντίποινα από τους Ναζί.

Ο αφανισμός της Κανδάνου ήταν συνειδητή πράξη ναζιστικής εξόντωσης, κομμάτι της πολιτικής των αντιποίνων, της μαζικής τρομοκράτησης, της προσπάθειας να σπάσει η λαϊκή αντίσταση στην Κρήτη, μετά τη «Μάχη της Κρήτης». Οι γερμανικές δυνάμεις τιμώρησαν λυσσαλέα την ίδια την πράξη ενός λαού να σηκώσει κεφάλι. Τιμώρησαν αγρότες, εργάτες, γυναίκες, και ηλικιωμένους που με ό,τι είχαν στα χέρια τους αντιστάθηκαν στην πολεμική μηχανή του ναζισμού.

Η Κάνδανος είχε στρατηγική σημασία. Βρισκόταν στον δρόμο που ένωνε τα Χανιά με την Παλαιόχωρα, δηλαδή σε πέρασμα κρίσιμο για την κίνηση των γερμανικών δυνάμεων προς το νότιο τμήμα του νομού. Γι’ αυτό βομβαρδίστηκε ήδη από τις πρώτες μέρες της εισβολής. Όταν οι ναζί προσπάθησαν να περάσουν όμως, δεν συνάντησαν έναν άδειο δρόμο, αλλά έναν λαό που είχε αποφασίσει να μην παραδώσει τον τόπο του αμαχητί.

Η Κρήτη είχε μπει στη μάχη βαριά υπονομευμένη. Η δικτατορία του Μεταξά είχε αφοπλίσει τον κρητικό λαό, φοβούμενη περισσότερο τον ίδιο τον λαό παρά τον επερχόμενο κατακτητή. Όμως ο αφοπλισμός δεν μπόρεσε να αφοπλίσει τη συνείδηση. Στα χωριά του Σελίνου, στην Κάνδανο, στα Φλώρια, στα γύρω περάσματα, οι κάτοικοι οργανώθηκαν όπως μπορούσαν. Με κυνηγετικά όπλα, παλιά τουφέκια, εργαλεία, πέτρες, μαχαίρια, με ό,τι μπορούσε να γίνει μέσο άμυνας. Δεν περίμεναν διαταγές από κανένα επιτελείο. Η απόφαση γεννήθηκε και ατσαλώθηκε μέσα από τις ίδιες τις ανάγκες της ζωής.

Στις 23 Μάη 1941, στα Φλώρια, οι κάτοικοι της περιοχής συγκρούστηκαν με γερμανικό μηχανοκίνητο τμήμα. Η επίθεση των ναζί δεν πέρασε όπως την είχαν σχεδιάσει. Ο λαός της περιοχής, παρά την έλλειψη εξοπλισμού, τους καθυστέρησε, τους χτύπησε, τους ανάγκασε να αναμετρηθούν με κάτι που η ναζιστική στρατιωτική αλαζονεία δεν μπορούσε να καταλάβει, την παλλαϊκή αντίσταση.

Στις 24 και 25 Μάη, η αντίσταση πήρε πιο οργανωμένη μορφή στο φαράγγι της Κανδάνου. Εκεί, κάτοικοι της Κανδάνου, των γύρω χωριών και της επαρχίας Σελίνου συγκρότησαν γραμμή άμυνας. Ήταν ο οργανωμένος λαός που γνώριζε τα περάσματα, τις πλαγιές, τα μονοπάτια, τις χαράδρες. Άνθρωποι που μετέτρεψαν τη γνώση του τόπου σε όπλο. Η μάχη ηταν συλλογική απόφαση αντίστασης, με συμμετοχή εκατοντάδων κατοίκων, με συνεννόηση, με θέσεις, με καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης, με πραγματικό κόστος για τον εισβολέα.

Οι ναζί, συνηθισμένοι να αντιμετωπίζουν άμαχο πληθυσμό ως υλικό προς υποταγή, βρέθηκαν μπροστά σε έναν λαό που αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο του τρομοκρατημένου θεατή της ίδιας του της σκλαβιάς. Στο φαράγγι της Κανδάνου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν απώλειες. Η πολεμική τους σημαία έπεσε στα χέρια των ανταρτών. Το γεγονός αυτό δεν είχε μόνο στρατιωτική σημασία. Είχε τεράστια πολιτική και ηθική υπόσταση. Έσπαγε την εικόνα του αήττητου κατακτητή. Έδειχνε ότι ο ναζισμός, όσο τρομερός κι αν εμφανιζόταν, μπορούσε να ματώσει από τα χέρια ενός λαού οργανωμένου και αποφασισμένου.

Αυτή ακριβώς η λαϊκή ανυπακοή ήταν που οι ναζί θέλησαν να τιμωρήσουν. Δεν τους εξόργισε μόνο η απώλεια στρατιωτών. Τους εξόργισε ότι άντρες, γυναίκες, παιδιά, γέροι, άνθρωποι χωρίς στρατιωτική ιδιότητα, τόλμησαν να αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της βίας του κατακτητή. Η ναζιστική ιδεολογία δεν αναγνώριζε στον λαό δικαίωμα αντίστασης. Για τους ναζί, ο λαός έπρεπε να υπακούει, να φοβάται, να παραδίδει τον τόπο, το ψωμί, τη ζωή του. Όταν δεν το έκανε, έπρεπε να παραδειγματιστεί.

Έτσι, η Κάνδανος μπήκε στο στόχαστρο. Η καταστροφή της δεν ήταν «εκδίκηση» με την απλή έννοια. Ήταν πολιτική πράξη κατοχής. Ήταν μήνυμα προς όλη την Κρήτη, την Ελλάδα και τον κόσμο ότι όποιος αντιστέκεται θα αφανίζεται. Ήταν το δόγμα της συλλογικής ευθύνης εφαρμοσμένο πάνω στα σπίτια, στα χωράφια, στα ζώα, στους ανθρώπους. Ο στόχος ήταν να εξαφανιστεί ένας τόπος και ο λαός του από τη μνήμη και τον χάρτη. Οι ναζί ήθελαν να χαραχτεί στον νου του λαού ότι η αντίσταση κοστίζει την ίδια την ύπαρξη του.

Στις 3 Ιούνη, δύναμη γερμανών αλεξιπτωτιστών, υπό τον υπολοχαγό Χορστ Τρέμπες και εκτελώντας τις διαταγές του στρατηγού Κουρτ Στούντεντ, έφτασε στην Κάνδανο για να εφαρμόσει τα αντίποινα. Την προηγούμενη μέρα, οι ναζί είχαν ήδη ανοίξει τον κύκλο των μαζικών εγκλημάτων στην Κρήτη με μια ακόμη θηριωδία την εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί. Στην Κάνδανο η βαρβαρότητα πήρε τη μορφή ολοκληρωτικού αφανισμού. Σπίτια πυρπολήθηκαν. Το χωριό ισοπεδώθηκε. Κάτοικοι εκτελέστηκαν. Ακόμα και τα ζώα σφαγιάστηκαν. Η ζωή έπρεπε να ξεριζωθεί από τη γη.

Οι πινακίδες που άφησαν πίσω τους οι ναζί αποτελούν μνημεία όχι μόνο θηριωδίας, αλλά και ταξικής αλήθειας. Έγραψαν ότι η Κάνδανος καταστράφηκε «διότι ετόλμησαν να αντισταθούν». Μέσα στην κυνική γλώσσα του κατακτητή βρίσκεται η ομολογία του. Η Κάνδανος δεν καταστράφηκε επειδή ήταν ένοχη. Καταστράφηκε επειδή ήταν ανυπότακτη. Επειδή ο λαός της δεν αποδέχτηκε τη μοίρα του σκλάβου. Επειδή μέσα στην πιο άνιση σύγκρουση, ο οργανωμένος λαός απέδειξε ότι η αντίσταση δεν είναι ζήτημα αριθμών και όπλων μόνο, αλλά πολιτικής θέλησης, συλλογικής αξιοπρέπειας και ενστίκτου επιβίωσης.

Η πινακίδα των ναζί έγραφε: «Εδώ υπήρχε η Κάνδανος». Ήθελαν να σβήσουν έναν τόπο από τον χάρτη και μια κοινότητα από την ιστορία. Απέτυχαν. Γιατί η Κάνδανος υπάρχει. Υπάρχει σαν τόπος μνήμης, σαν σύμβολο αντίστασης, σαν απόδειξη ότι η βία των καταπιεστών δεν μπορεί να εξαφανίσει την αλήθεια των λαών. Υπάρχει μέσα σε κάθε ξέσπασμα για θέληση για ζωή.

Ο ναζισμός/φασισμός πάντα στην υπηρεσία του κεφαλαίου, πάντα με τους ισχυρούς.

Η ιστορική, λαϊκή μνήμη όμως δεν είναι στεφάνια, λόγοι επισήμων και κούφιες επετειακές αναφορές από εκείνους που σήμερα στηρίζουν τους πολέμους, τους εξοπλισμούς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, την καταστολή και την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η μνήμη της Κανδάνου έχει νόημα μόνο αν γίνεται όπλο. Όπλο ενάντια στον φασισμό, τον ναζισμό, το σύστημα που τους γεννά και τους αξιοποιεί.

Γιατί ο φασισμός δεν είναι «παρέκκλιση» της ιστορίας, ούτε μια αρρώστια κάποιων παρανοϊκών. Είναι η πιο ωμή μορφή της αστικής εξουσίας όταν η καπιταλιστική κυριαρχία απειλείται, όταν οι λαοί σηκώνουν κεφάλι, όταν η εργατική τάξη οργανώνεται, όταν το κεφάλαιο χρειάζεται τάγματα εφόδου για να επιβληθεί. Ο φασισμός είναι το μακρύ χέρι του κεφαλαίου και του κράτους του, των μηχανισμών καταστολής, των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.

Γι’ αυτό και οι ντόπιοι λάτρεις του ναζισμού και του φασισμού δεν είναι τίποτα το «αντισυστημικό». Όσο κι αν ντύνονται με σημαίες, όσο κι αν μιλούν για πατρίδα, όσο κι αν παριστάνουν τους δήθεν προστάτες του λαού, κουβαλούν συγκεκριμένο πολιτικό παρελθόν. Χθες ήταν οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες, οι χαφιέδες, οι βασανιστές, το παρακράτος, οι μηχανισμοί που χτυπούσαν κομμουνιστ(ρι)ές, εργάτ(ρι)ες, αγωνίστριες και αγωνιστές. Ήταν οι άνθρωποι που πάντα βρίσκονταν σε μία πλευρά, απέναντι από τον λαό και δίπλα στην εξουσία.

Σήμερα οι πολιτικοί τους απόγονοι, είτε φορούν τη στολή της Χρυσής Αυγής είτε εμφανίζονται μέσα από άλλες φασιστικές γκρούπες, παίζουν τον ίδιο ρόλο. Όταν μπορούν, χτυπούν μετανάστριες, εργάτες, συνδικαλιστές, αγωνίστριες. Στήνουν τάγματα εφόδου στις γειτονιές. Παριστάνουν τους «εχθρούς του συστήματος» την ίδια ώρα που λειτουργούν ως μπράβοι της εργοδοσίας. Η δράση τους στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος έδειξε καθαρά ποιον υπηρετούν. Όχι τον εργάτη, αλλά τον εφοπλιστή, όχι το μεροκάματο, αλλά τα κέρδη των πλουσίων, όχι τη λαϊκή αξιοπρέπεια, αλλά τη διάλυση των σωματείων και την τρομοκράτηση όσων αγωνίζονται.

Άλλωστε, η Χρυσή Αυγή δεν ήταν απλώς μια ναζιστική συμμορία δρόμου. Ήταν και κοινοβουλευτικός υπηρέτης συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων. Την ώρα που έστηνε πογκρόμ και δολοφονικές επιθέσεις, την ώρα που οι μηχανισμοί της δρούσαν σαν τάγματα εφόδου, μέσα στη Βουλή υπερασπιζόταν με πάθος τα συμφέροντα του πιο πλούσιου τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης, τα συμφέροντα των εφοπλιστών. Αυτός είναι ο «αντισυστημικός» χαρακτήρας των φασιστών. Τσαμπουκάς στους «αδύναμους», γλείψιμο στους ισχυρούς. Μαχαίρια στους εργάτες, ερωτήσεις για τους εφοπλιστές. Μίσος για τις μετανάστριες, αγάπη για τα αφεντικά.

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αυταπάτη. Οι φασίστες είναι εχθροί των λαϊκών συμφερόντων. Είναι εχθροί της εργατικής τάξης, της νεολαίας, των μεταναστών, των γυναικών, των φτωχών, κάθε ανθρώπου που παλεύει να ζήσει χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Δεν «παραστράτησαν». Δεν είναι «αγανακτισμένοι». Είναι πολιτική δύναμη κρούσης της αντίδρασης. Είναι το εφεδρικό μαχαίρι του συστήματος όταν η συναίνεση δεν αρκεί.

Η Κάνδανος μάς δείχνει τι κάνει ο φασισμός/ναζισμός όταν αποκτά εξουσία. Πινακίδες πάνω σε ερείπια που διακηρύσσουν πως όποιος αντιστέκεται πρέπει να εξαφανιστεί. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανιστήρια, μαζικές εκτελέσεις, καταστροφή κάθε λαϊκής οργάνωσης. Είναι η πιο ωμή και βίαια δικτατορία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία.

Ακριβώς γι’ αυτό, ο αντιφασισμός δεν μπορεί να είναι αφηρημένος ανθρωπισμός. Δεν μπορεί να είναι μια γενική επίκληση στη «δημοκρατία» από εκείνους που θρέφουν τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ο φασισμός/ναζισμός ξανασηκώνει κεφάλι. Ο πραγματικός αντιφασισμός είναι ταξικός. Είναι οργανωμένος. Είναι δεμένος με την πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση, στον ιμπεριαλισμό, στον πόλεμο, στην κρατική καταστολή, στον εθνικισμό, στον ρατσισμό. Είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και του λαού, όχι των κυβερνήσεων που σήμερα ξεπλένουν συνεργασίες με κράτη-δολοφόνους, κλείνουν συμφωνίες με ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και ψηφίζουν αντεργατικά μέτρα. Είναι χρέος στην ζωή!

Φόρος τιμής στην Κάνδανο ο αντιφασιστικός αγώνας!

Φόρος τιμής στην Κάνδανο σημαίνει να μην αφήνουμε τους νοσταλγούς των ναζί να εμφανίζονται ως «αντισυστημικοί πατριώτες», αλλά να καταδεικνύουμε ότι είναι οι θαυμαστές του Χίτλερ και οι πολιτικοί απόγονοι των δοσίλογων, των ταγματασφαλιτών και του Τσολάκογλου. Ότι ήταν απέναντι σε όσους πολέμησαν τον κατακτητή και αντιστάθηκαν, αλλά μαζί με τους ναζί κατακτητές. Ότι ήταν απέναντι στους αντάρτες, στις εργάτριες ,στους αγρότες και στην νεολαία που μπήκε στην αντίσταση. Ότι είναι τσιράκια των αφεντικών και της εξουσίας. Σημαίνει όμως και να μην λησμονούμε, ποιος λευτέρωσε αυτόν τον τόπο και την ηρωική αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Να τιμούμε την Κάνδανο, λοιπόν, σημαίνει να τσακίζουμε τον φασισμό/ναζισμό με κάθε τρόπο και μέσο, εκεί που προσπαθεί να ριζώσει και να σπείρει το δηλητήριο του. Στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία, στις σχολές, στα γήπεδα, στους δρόμους. Να τον τσακίζουμε πολιτικά, κοινωνικά, οργανωμένα, μαζικά και υλικά. Να μη βρίσκει χώρο να στρατολογεί και να φοβούνται οι εκφραστές του. Να αποκαλύπτεται πάντα ο πραγματικός του ρόλος, ως τσιράκι των πλουσίων.

Σήμερα, απέναντι στην αναβίωση του φασισμού, απέναντι στον εθνικισμό, την πολεμική προετοιμασία, την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και την καπιταλιστική εκμετάλλευση, το μήνυμα της Κανδάνου παραμένει καθαρό. Με οργάνωση, με ταξική πάλη, με λαϊκή αυτοάμυνα, με διεθνισμό, με την εργατική τάξη μπροστά, με κάθε τρόπο και μέσο ο φασισμός/ναζισμός πρέπει να τσακίζεται.

Εδώ υπάρχει η Κάνδανος – Εδώ υπάρχει η Αντίσταση!!

Θάνατος στον φασισμό και στον Ιμπεριαλισμό.