Σαν σήμερα γεννιέται ο Malcolm X: Η φωνή που τρόμαξε την «λευκή» Αμερική
Σαν σήμερα, στις 19 Μαΐου 1925, γεννιέται στην Ομάχα της Νεμπράσκα ο Malcolm Little, ο άνθρωπος που η Αμερική θα μάθαινε αργότερα ως Malcolm X. Ο Malcolm X, γεννήθηκε μέσα στην κανονικότητα του αμερικανικού ρατσισμού, στην τρομοκρατία των λευκών συμμοριών, στη φτώχεια, στη διάλυση της οικογένειας, στην καθημερινή υπενθύμιση ότι για τους Μαύρους των ΗΠΑ η «φιλελεύθερη δημοκρατία» ήταν μια λέξη γραμμένη σε χαρτί που δεν τους αφορούσε. Ο πατέρας του, Earl Little, ήταν βαπτιστής πάστορας και υποστηρικτής του μαύρου εθνικισμού του Marcus Garvey. Ο Malcolm πίστευε πως ο θάνατός του συνδεόταν με τη δράση ρατσιστικών λευκών ομάδων.
Δεν υπήρξε προϊόν κάποιας «τυφλής οργής», όπως αρέσκεται να λέει η κυρίαρχη ιστοριογραφία όταν θέλει να απονευρώσει τους επαναστάτες. Ήταν προϊόν μιας ταξικής κοινωνίας με βαθιές ρατσιστικές διαιρέσεις. Η φυλακή, όπου οδηγήθηκε το 1946, τον διαμόρφωσε δομικά εφόσον εκεί διάβασε και μορφώθηκε. Στην φυλακή ήρθε σε επαφή με το Nation of Islam και απέρριψε το επώνυμο Little ως «όνομα σκλάβου», υιοθετώντας το X. Το Χ αντιπροσώπευε το σημάδι της χαμένης αφρικανικής καταγωγής που η δουλεία και η αποικιοκρατία επιχείρησαν να σβήσουν.
Έγινε η φωνή εκείνων που δεν χωρούσαν στις ευγενικές εκκλήσεις προς τους καταπιεστές. Εκείνων που δεν ήθελαν πια να παρακαλούν για μια θέση στο τραπέζι του ίδιου συστήματος που τους είχε αλυσοδέσει. Όταν οι μετριοπαθείς μιλούσαν για ένταξη, εκείνος μιλούσε για αξιοπρέπεια. Όταν οι θεσμοί ζητούσαν «υπομονή», εκείνος απαντούσε πως οι καταπιεσμένοι έχουν ήδη περιμένει αιώνες. Δεν έβλεπε τον ρατσισμό ως παρέκκλιση ή ως «ηθικό λάθος» μεμονωμένων ανθρώπων, αλλά ως δομικό στοιχείο του αμερικανικού αστικού κράτους, της οικονομίας, της αστυνομίας, της εξωτερικής πολιτικής.
Γι’ αυτό και ήταν επικίνδυνος. Όχι επειδή «κήρυττε μίσος», όπως έλεγαν οι «λευκές» εφημερίδες και οι κρατικοί μηχανισμοί. Ήταν επικίνδυνος επειδή έδειχνε τη ρίζα του προβλήματος. Ακόμη και ο Martin Luther King Jr., με τον οποίο διαφωνούσε βαθιά σε μεθόδους και στρατηγική, αναγνώρισε μετά τη δολοφονία του ότι ο Malcolm είχε «τη μεγάλη ικανότητα να βάζει το δάχτυλο στην ύπαρξη και τη ρίζα του προβλήματος».
Η περίφημη αντιπαράθεση Malcolm X – Martin Luther King συχνά παρουσιάζεται σαν απλοϊκό δίπολο, ο «καλός» ειρηνιστής απέναντι στον «κακό» ριζοσπάστη. Πρόκειται για βολική παραχάραξη. Ο Malcolm δεν λάτρευε τη βία. Αρνούνταν όμως να δεχτεί ότι οι καταπιεσμένοι έχουν ηθική υποχρέωση να πεθαίνουν αδιαμαρτύρητα για να αποδείξουν την ανθρωπιά τους. Η αυτοάμυνα, για εκείνον, δεν ήταν έγκλημα αλλά καθήκον. Έγκλημα ήταν το λιντσάρισμα, η αστυνομική δολοφονία, η φτώχεια, η θεσμική ταπείνωση, η Αμερική που ζητούσε από τα θύματά της να χαμογελούν.
Η ρήξη του με το Nation of Islam το 1964 και το προσκύνημά του στη Μέκκα άνοιξαν μια νέα φάση. Ο Malcolm άρχισε να μετακινείται από έναν στενότερο μαύρο εθνικισμό σε μια ευρύτερη διεθνιστική και αντιιμπεριαλιστική αντίληψη. Υπό αυτό το πρίσμα, ίδρυσε την Organization of Afro-American Unity (ΟΑΑU) και προσπάθησε να συνδέσει τον αγώνα των Μαύρων στις ΗΠΑ με τους αντιαποικιακούς αγώνες στην Αφρική, στην Ασία, στον αραβικό κόσμο. Έτσι, πέρα από την διεκδίκηση «πολιτικών δικαιωμάτων» μέσα στις ΗΠΑ, άρχισε να διεκδικεί ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη που κήρρυτε δημοκρατία στον κόσμο ενώ κρατούσε εκατομμύρια ανθρώπους στο περιθώριο και τους καταδίκαζε στην απόλυτη εξαθλίωσε.
Γι’ αυτό και το κράτος τον παρακολουθούσε. Γι’ αυτό και το FBI τον θεωρούσε απειλή. Γι’ αυτό και η δολοφονία του, στις 21 Φεβρουαρίου 1965, δεν μπορεί να διαβαστεί σαν μια απλή εσωτερική σύγκρουση θρησκευτικών οργανώσεων. Ο Malcolm X δολοφονήθηκε στο Audubon Ballroom της Νέας Υόρκης, ενώ ετοιμαζόταν να μιλήσει σε συγκέντρωση της OAAU. Δεκαετίες αργότερα, το 2021, οι Muhammad Aziz και Khalil Islam, δύο από τους τρεις ανθρώπους που είχαν καταδικαστεί για τη δολοφονία του, αθωώθηκαν, καθώς αποκαλύφθηκε ότι οι αρχές είχαν αποκρύψει κρίσιμα στοιχεία.
Το ίδιο κράτος που παρακολουθούσε, φακέλωνε και ποινικοποιούσε τους μαύρους αγωνιστές, το ίδιο κράτος που έστηνε μηχανισμούς αντικομμουνιστικής και αντιριζοσπαστικής καταστολής, εμφανίστηκε ξανά ως «ουδέτερος διαιτητής» μετά το έγκλημα. Και μισό αιώνα αργότερα αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η «δικαιοσύνη» του είχε θάψει στοιχεία.
Σήμερα το σύστημα προσπαθεί να κάνει με τον Malcolm X ό,τι έκανε με τόσους άλλους επαναστάτες: να τον μετατρέψει σε ακίνδυνη εικόνα, σε αφίσα χωρίς περιεχόμενο, για σχολικές επετείους. Να μιλήσει για την «έμπνευση» και το πείσμα του, αδειάζοντάς τα από τον πραγματικό πυρήνα της σκέψης του: ταξική εκμετάλλευση, ρατσισμός, αστυνομική βία, ιμπεριαλισμός, οργανωμένη αντίσταση.
Κι όμως, η μνήμη δεν αποστειρώνεται τόσο εύκολα. Οι μαύρες γειτονιές δεν ξεχνούν. Οι δρόμοι του Χάρλεμ, του Όκλαντ, του Ντιτρόιτ, οι γειτονιές όπου αργότερα οι Μαύροι Πάνθηρες έκαναν πράξη την αυτοοργάνωση, την αυτοάμυνα και την κοινοτική αλληλεγγύη, δεν μπορούν να απογυμνωθούν από την ιστορία τους.
Σε μια εποχή που ο ρατσισμός συνεχίζει να φοράει αστυνομική στολή, σήμα και υπηρεσιακό όπλο, που η ICE κυνηγά μετανάστες, πυροβολεί, φυλακίζει, χωρίζει οικογένειες και αφήνει ανθρώπους να πεθαίνουν στα κέντρα κράτησης, που στη Μινεσότα οι σφαίρες των ομοσπονδιακών πρακτόρων και η συγκάλυψη βαφτίζονται «επιβολή του νόμου»· που η καταστολή λέγεται «τάξη» και ο ιμπεριαλισμός «ανθρωπισμός», ο Malcolm X επιστρέφει όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν υπενθύμιση ότι αυτό το σύστημα δεν εξανθρωπίζεται. Θέλει ξερίζωμα.



