Σαν Σήμερα, ξεκινά η δίκη του Μαξ Μέρτεν. Ο Ναζί Φονιάς, η υποταγή της αστικής εξουσίας και η αθώωση του από τον «Εθνάρχη» Κ. Καραμανλή
Σαν σήμερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1959, ξεκινά η δίκη του Μαξ Μέρτεν στην Αθήνα, μια από τις πιο σκοτεινές και πολιτικά φορτισμένες στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η υπόθεση του Μέρτεν, ναζιστή εγκληματία πολέμου και υπεύθυνου για την εξόντωση 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης, θα αποκάλυπτε τις αμαρτίες του πολιτικού κατεστημένου της χώρας και τις επικίνδυνες πολιτικές διασυνδέσεις του με το ναζιστικό καθεστώς, που δεν περιορίστηκαν μόνο στη διάρκεια της Κατοχής αλλά διαπέρασαν και τη μετεμφυλιακή πολιτική σκηνή.
Η εν λόγω υπόθεση, γνωστή ως το «σκάνδαλο Μέρτεν», αποτελεί έναν από τους πιο έντονους σταθμούς στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο τα εγκλήματα του Μέρτεν κατά της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, αλλά αποκαλύπτει την υποταγή της αστικής εξουσίας στις ιμπεριαλιστικές προσταγές καθώς και τη σύμπλευση ενός σημαντικού μέρους της αστικής πολιτικής ηγεσίας με τους ναζιστές, για την εξυπηρέτηση γεωπολιτικών και προσωπικών συμφερόντων. Άλλωστε, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία ακόμα και σήμερα καταδυναστεύει τον τόπο, δημιουργήθηκε την περίοδο της Κατοχής, η οποία λειτούργησε ως μοχλός πρωταρχικής συσσώρευσης, μέσω οικονομικού δοσιλογισμού και μαυραγοριτισμού.
Όπως ειπώθηκε, ο Μαξ Μέρτεν, που υπηρέτησε ως σύμβουλος της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη, υπήρξε βασικός υπεύθυνος για την αποστολή 50.000 Εβραίων στο Άουσβιτς, ενώ παράλληλα συμμετείχε ενεργά στην εκδίωξη και λεηλασία των περιουσιών τους. Η υπογραφή του εμφανίζεται στις διαταγές που έστειλαν τους Εβραίους της πόλης στο θάνατο, καθώς και στις διαταγές για την καταναγκαστική εργασία τους, η οποία χρησίμευσε ως μέσο αφαίμαξης της Εβραϊκής Κοινότητας.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Μέρτεν συνελήφθη από τις αμερικανικές αρχές στην κατεχόμενη Γερμανία το 1945, και υπήρξε αίτημα για την έκδοσή του στην Ελλάδα. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον στρατιωτικό απεσταλμένο Ανδρέα Υψηλάντη, προτίμησε να αρνηθεί την έκδοση του Μέρτεν και να τον αφήσει να συνεχίσει τη ζωή του στη Γερμανία. Έτσι, ο Μέρτεν κατάφερε να απολαύσει προστασία και να χτίσει καριέρα στη Δυτική Γερμανία, ιδιαίτερα μετά τη θέση του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ουσιαστικά, η περίοδος από το 1945 έως το 1957, κατά την οποία ο Μέρτεν απέφυγε τις νομικές συνέπειες για τα εγκλήματά του, καταδεικνύει τη διεθνή ατιμωρησία των ναζί συνεργατών.
Ο Μέρτεν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1957, για να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης στην υπόθεση του Άρθουρ Μέισνερ, του μεταφραστή του Άιχμαν. Εκεί αναγνωρίστηκε από θύματα του, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψή του από τις ελληνικές αρχές με εντολή του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τούση. Ωστόσο, η σύλληψη του Μέρτεν δεν έμεινε χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Η ελληνική κυβέρνηση, εξαρτημένη οικονομικά από τη Δυτική Γερμανία και τις διπλωματικές σχέσεις της, άρχισε αμέσως να πιέζεται για να απελευθερώσει τον Μέρτεν, με την υπόσχεση ότι η κράτησή του θα ήταν «προσωρινή» και «σύντομη».
Η πίεση από τη γερμανική κυβέρνηση για την αποφυλάκιση του Μέρτεν εντάθηκε το 1958, όταν ο Καραμανλής επισκέφτηκε το Βερολίνο και συμφώνησε με την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας για την παροχή δανείου ύψους 200 εκατομμυρίων μάρκων. Αυτή η πολιτική συμφωνία φαινόταν να επηρεάζει την απόφαση του Καραμανλή για την αποφυλάκιση του Μέρτεν, καθώς η Ελλάδα χρειάζονταν τα γερμανικά οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα.
Τελικά, το 1959, η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε τον Νόμο 3933, ο οποίος προέβλεπε την αναστολή των διώξεων εναντίον των ναζί εγκληματιών πολέμου, με στόχο τη διατήρηση καλών σχέσεων με τη Δυτική Γερμανία. Με αυτόν τον τρόπο, η αποφυλάκιση του Μέρτεν και η αποστολή του πίσω στη Γερμανία ήταν τελικά αποτέλεσμα των διεθνών πιέσεων και της διαρκούς πολιτικής υποχώρησης της ελληνικής κυβέρνησης στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Δύσης.
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η παρουσία των πολιτικών και στρατιωτικών «συνεργατών» του Μέρτεν μέσα στην ελληνική κυβέρνηση. Οι σχέσεις του Μέρτεν με τον Τάκο Μακρή, τον υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή, και άλλους αξιωματούχους της Δεξιάς, όπως ο Γεώργιος Θεμελής, αναδεικνύουν την στενή σύνδεση των δωσιλόγων της Κατοχής με το μετεμφυλιακό καθεστώς. Η επιλεκτική μνήμη των ιστορικών και η αποσιώπηση αυτών των σχέσεων σε συνδυασμό με την απονομή «πολιτικών δικαιωμάτων» στους υπεύθυνους για τα εγκλήματα του Ναζισμού, οδηγεί σε μια θολή εκδοχή της «εθνικής συμφιλίωσης», όπου οι ευθύνες του δωσιλογισμού και των εγκλημάτων της Κατοχής υποτιμώνται για να διατηρηθούν οι πολιτικές ισορροπίες.
Καταλήγοντας, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι ο Καραμανλής και οι υπουργοί του υπέκυψαν στις πιέσεις για την αποφυλάκιση του Μέρτεν δείχνει ξεκάθαρα την υποταγή τους στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ καθώς και την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής. Τέλος, αναδεικνύεται έντονα ως αντίφαση αλλά και ως φάρσα, η «κυβδυλότητα» της εθνικοφροσύνης του εθνάρχη, όταν η ίδια κυβέρνηση που «κυνηγούσε» τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και τους αντιστασιακούς, ενίσχυε και «ξέπλενε» τους συνεργάτες του ναζιστικού καθεστώτος, επιβεβαιώνοντας τον πραγματικό της ρόλο.
