Σαν σήμερα, 5/4/1944, γίνεται η σφαγή της Κλεισούρας: Άλλη μια Ναζιστική Θηριωδία
Η 5η Απριλίου 1944 χαράχτηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη του λαού της Δυτικής Μακεδονίας και ολόκληρης της χώρας ως μία από τις πιο αποτρόπαιες στιγμές της ναζιστικής κατοχής. Στην Κλεισούρα της Καστοριάς, οι δυνάμεις του γερμανικού φασισμού, μαζί με τους ντόπιους συνεργάτες τους, εξαπέλυσαν ένα όργιο τυφλής δολοφονικής βίας που είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση 280 αμάχων κατοίκων, στη συντριπτική τους πλειονότητα γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Δεν επρόκειτο για μια «τυφλή πράξη εκδίκησης», όπως επιχείρησε αργότερα να παρουσιαστεί, αλλά για μια συνειδητή, οργανωμένη επιχείρηση τρομοκράτησης του λαού, ενταγμένη στην ευρύτερη στρατηγική των κατακτητών απέναντι στο αναπτυσσόμενο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα.
Την άνοιξη του 1944, η ναζιστική κατοχή βρισκόταν ήδη σε φάση αποσύνθεσης. Ο ΕΛΑΣ, η ένοπλη δύναμη του λαού, είχε καταφέρει να μετατρέψει μεγάλες περιοχές της ελληνικής υπαίθρου σε εστίες αντίστασης, πλήττοντας τις γραμμές ανεφοδιασμού και τις μετακινήσεις των κατακτητών, την ίδια ώρα που το αίτημα της λαοκρατίας βάθαινε στις λαϊκές συνειδήσεις. Η περιοχή της Καστοριάς είχε κομβική σημασία, καθώς αποτελούσε πέρασμα για τις ναζιστικές κατοχικές δυνάμεις. Η Κλεισούρα, χτισμένη σε στρατηγική θέση, βρέθηκε αναπόφευκτα στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης.
Το πρωί της 5ης Απριλίου, τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον καπετάν Υψηλάντη από τα Σιάτιστα, έστησε ενέδρα στη θέση Νταούλι και χτύπησε την εμπροσθοφυλακή γερμανικής φάλαγγας, σκοτώνοντας δύο μοτοσικλετιστές. Η ενέργεια αυτή ως έκφραση της λαϊκής αντίστασης και της άρνησης ενός λαού να υποταχθεί, αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή μιας ήδη διαμορφωμένης πολιτικής: της συλλογικής τιμωρίας.
Οι δυνάμεις των SS υπό τον Καρλ Σύμερς, αντισυνταγματάρχη και διοικητή του 7ου Τεθωρακισμένου, μαζί με ένοπλες ομάδες κομιτατζήδων, κινήθηκαν άμεσα προς την Κλεισούρα, περικυκλώνοντας την κωμόπολη. Αρχικά έστειλαν ανιχνευτές για να καθησυχάσουν τους κατοίκους, να τους πείσουν πως δεν υπήρχε κίνδυνος, ώστε να μην εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ήταν η προετοιμασία για το έγκλημα. Λίγο αργότερα, οι εκτελεστές εξαπέλυσαν τη μανία τους.
Μέσα σε δύο ώρες, η Κλεισούρα μετατράπηκε σε κόλαση. Οι στρατιώτες εισέβαλαν στα σπίτια, εκτελούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, πυρπολούσαν οικοδομές, κατέστρεφαν τα πάντα. Οι περιγραφές των γεγονότων αποκαλύπτουν τη φρίκη: μητέρες νεκρές με τα παιδιά στην αγκαλιά, βρέφη σφαγιασμένα, ηλικιωμένοι καμένοι ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους. Δεν υπήρξε καμία διάκριση, καμία «στρατιωτική ανάγκη» παρα μόνο η εφαρμογή της πιο ακραίας μορφής βίας απέναντι σε έναν άμαχο πληθυσμό.
Το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνδρες του χωριού είχαν απομακρυνθεί προς τα γύρω βουνά, ελπίζοντας να προστατεύσουν τους υπόλοιπους κατοίκους, αποδεικνύει τον βαθμό στον οποίο ο λαός γνώριζε την αγριότητα του κατακτητή. Και όμως, ακόμη και αυτή η κίνηση δεν απέτρεψε τη σφαγή. Αντίθετα, ανέδειξε ακόμη πιο καθαρά τον στόχο των ναζί: να πλήξουν τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό, να διαλύσουν την κοινότητα, να σπείρουν τον τρόμο.
Όταν η επιχείρηση ολοκληρώθηκε, πίσω της άφησε 280 νεκρούς και μια πόλη κατεστραμμένη. Σπίτια καμένα, δημόσια κτήρια ισοπεδωμένα, σχολεία και βιβλιοθήκες χαμένα. Η Κλεισούρα είχε μετατραπεί σε έναν τόπο που μύριζε θάνατο. Οι κάτοικοι που επέστρεψαν από τα βουνά βρέθηκαν μπροστά σε μια ανείπωτη τραγωδία. Αναζητούσαν τους δικούς τους ανάμεσα σε στάχτες και ερείπια, αγκάλιαζαν νεκρά σώματα, προσπαθούσαν να κατανοήσουν το μέγεθος της καταστροφής.
Τα πτώματα ήταν τόσα πολλά που το κοιμητήριο δεν επαρκούσε. Θάφτηκαν σε αυλές, σε πλαγιές, όπου υπήρχε χώρος. Η εικόνα της Κλεισούρας ως «απέραντου νεκροταφείου» δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά ιστορική πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ευρύτερο πλαίσιο της κατοχής. Η σφαγή της Κλεισούρας συνδέεται άμεσα με άλλες μαζικές εκτελέσεις, όπως στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στους Πύργους, στην Καισαριανή. Πρόκειται για εκδηλώσεις της ίδιας πολιτικής: της βίαιης καταστολής ενός λαού που αγωνιζόταν για την λευτεριά του.
Ο φασισμός, ως μορφή εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη βία. Δεν είναι μια «παραμόρφωση» του συστήματος, αλλά η πιο ωμή του έκφραση του καπιταλισμού όταν απειλείται. Στην Ελλάδα της κατοχής, αυτή η βία στράφηκε ενάντια στους αγρότες, στους εργάτες, στις γυναίκες και τα παιδιά. Η Κλεισούρα είναι ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας.
Και όμως, παρά το μέγεθος της τραγωδίας, η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Ο αγώνας συνεχίστηκε. Ο ΕΛΑΣ ενίσχυσε τη δράση του, η αντίσταση γιγαντώθηκε, και τελικά ο κατακτητής εκδιώχθηκε. Το αίμα της Κλεισούρας δεν πήγε χαμένο. Έγινε μέρος της μεγάλης θυσίας που οδήγησε στην απελευθέρωση.
Η Κλεισούρα είναι κομμάτι της ιστορικής συνείδησης του λαού. Υπενθυμίζει τι σημαίνει φασισμός στην πράξη. Υπενθυμίζει τι σημαίνει κατοχή, τι σημαίνει αντίσταση. Και θέτει ένα διαρκές ερώτημα: πώς μπορεί ένας λαός να υπερασπιστεί την ελευθερία του απέναντι στη βαρβαρότητα. Αποτελεί ακόμα ένα ζωντανό παράδειγμα ότι, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, η ιστορία γράφεται από τους λαούς, γράφεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην καταπίεση και την αντίσταση. Και σε αυτή τη σύγκρουση, ο λαός πλήρωσε βαρύ τίμημα, αλλά δεν λύγισε.


