ΕΣΥ υπό κατάρρευση: Εξάντληση εργαζομένων και εμπορευματοποίηση της Υγείας
Με αφορμή την καταγγελία που αναρτήθηκε τις προηγούμενες ημέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από ειδικευόμενη παιδίατρο, η οποία εξαναγκάστηκε σε πέντε συνεχόμενες εφημερίες στο νοσοκομείο της Σάμου, επανέρχεται στην επικαιρότητα η συζήτηση γύρω από την υποστελέχωση, τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας στο ΕΣΥ και την πλήρη απαξίωση της δημόσιας και δωρεάν υγείας.
Στην προκειμένη περίπτωση η ειδικευόμενη παιδίατρος, η οποία πραγματοποιεί το αγροτικό της στην Αττική, μετακινήθηκε για διάστημα ορισμένων ημερών στο νοσοκομείο της Σάμου, στο πλαίσιο κάλυψης “έκτακτων αναγκών”. Στο βίντεο που δημοσιοποίησε, δήλωσε ότι βρίσκεται σε εφημερία για 5 συνεχόμενες ημέρες (από την Τρίτη μέχρι το Σάββατο), καταγγέλλοντας τις απάνθρωπες και εξαντλητικές συνθήκες εργασίας με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του ΕΣΥ.
Και ενώ ο υπουργός Υγείας έσπευσε αρχικά, μετά τη δημοσιοποίηση της καταγγελίας, να παροτρύνει τη γιατρό να “επικοινωνήσει μαζί του”, στη συνέχεια προχώρησε σε επαίσχυντες δηλώσεις, κάνοντας λόγο για ψευδείς καταγγελίες που στόχο έχουν να πλήξουν το ΕΣΥ, δηλώνοντας ότι “δεν θα επιτρέψει επικοινωνιακά παιχνίδια”. Οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν τίποτα άλλο πέρα από μια προσπάθεια να αντιστραφεί η συζήτηση και να μην επικεντρωθεί στο γιατί δεν υπάρχει παιδίατρος στο νοσοκομείο ενός από τα μεγαλύτερα νησιά της Ελλάδας και κατ’ επέκταση στη γενικότερη υποστελέχωση του ΕΣΥ.
Οι καταγγελίες για την υποστελέχωση και τις εξαντλητικές συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ διαδέχονται η μία την άλλη, καθιστώντας έτσι σαφές ότι δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά την ωμή αντανάκλαση μιας προσπάθειας επιβολής μιας πολιτικής που προωθεί την περαιτέρω εμπορευματοποίηση της υγείας και τη διάλυση του δημόσιου χαρακτήρα της.
Δεν έχουν περάσει 3 μήνες από την επίσκεψη του υπουργού Υγείας στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όταν οι εργαζόμενοι υγειονομικοί έδωσαν δυναμική απάντηση στην προγραμματισμένη φιέστα για τα “εγκαίνια” ντουβαριών, διαμαρτυρόμενοι για την υποστελέχωση, τις ελλείψεις και την εγκατάλειψη της δημόσιας υγείας. Οι καταγγελίες ότι “το νοσοκομείο λειτουργεί με τεράστιες ελλείψεις προσωπικού, με χειρουργικές αίθουσες κλειστές, όχι λόγω έλλειψης υποδομών, αλλά λόγω έλλειψης προσωπικού”, δέχθηκαν τη βίαιη απάντηση των δυνάμεων καταστολής, που συνόδευαν τον υπουργό στο στημένο επικοινωνιακό σόου.
Τα γεγονότα αυτά ακολούθησαν μια σειρά από καταγγελίες όπως αυτή της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών ΕΣΥ Λέσβου και της Πρωτοβουλίας Ανειδίκευτων Ιατρών, με αφορμή τη “φιέστα” του υπουργού Υγείας στο νησί για τα εγκαίνια της νέας Ψυχιατρικής Κλινικής, η οποία λειτουργεί μόλις με τρεις ψυχιάτρους – εκ των οποίων ο ένας συμβασιούχος και τον τελευταίο χρόνο δεν καλύπτεται η ειδικότητα του παιδοψυχιάτρου, ενώ το Κέντρο Υγείας Μανταμάδου -παρά τα εγκαίνια- λειτουργεί με έναν γενικό ιατρό, έναν αγροτικό και περιορισμένο νοσηλευτικό προσωπικό.
Αντίστοιχες ελλείψεις ιατρικού προσωπικού σημειώνονται και σε άλλα νοσοκομεία της χώρας, όπως ενδεικτικά στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου, το οποίο απασχολεί 19 ιατρούς για την κάλυψη 50 θέσεων και στο Τμήμα Νεότερων Απεικονιστικών Μεθόδων του ΓΝΑ “Γ. Γεννηματάς”, στο οποίο οι εργαζόμενοι – σύμφωνα με καταγγελλίες της ΕΙΝΑΠ – υποχρεούνται από τη Διοίκηση του Νοσοκομείου σε παράνομη υπερεργασία, σε μια επιχειρούμενη κάλυψη των κρίσιμων κενών προσωπικού, προκειμένου να λειτουργούν ταυτόχρονα δύο αξονικοί τομογράφοι κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες της γενικής εφημερίας.
Είναι αυτές οι συνθήκες, η άρνηση προσλήψεων, η μισθολογική καθήλωση των εργαζομένων στην υγεία και οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας μέσω συνεχόμενων εφημεριών για την κάλυψη των κενών που ωθούν τους εργαζόμενους σε υπερεξάντληση, σωματική καταπόνηση και ψυχολογική πίεση και οδηγούν σε σωρηδόν παραιτήσεις ιατρικού προσωπικού, με πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα την παραίτηση του μοναδικού ιατρού του ΕΚΑΒ Χανίων (η οποία τελικά ανακλήθηκε).
Την ίδια ώρα, λοιπόν, που η κυβέρνηση αυξάνει τις εξοπλιστικές δαπάνες και στρέφεται στην πολεμική οικονομία, η κρατική χρηματοδότηση της υγείας βαίνει τα τελευταία χρόνια συνεχώς μειούμενη, μετακυλίοντας το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στα λαϊκά νοικοκυριά. Η μείωση αυτή της κρατικής χρηματοδότησης, που μεταφράζεται σε ράντζα στους διαδρόμους και τις γεμάτες ΜΕΘ, πλημμυρισμένες κλινικές και πτώσεις σοβάδων (όπως συνέβη πρόσφατα σε θάλαμο στην Ψυχιατρική Κλινική στο Θριάσιο Νοσοκομείο), κλειστές χειρουργικές αίθουσες και πολύμηνες αναμονές, μισθολογική καθήλωση των εργαζομένων και εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, καθιστά σαφείς τις στοχεύσεις του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης, με βάση της ντιρεκτίβες της ΕΕ, να μετατρέψουν την υγεία από κοινωνικό αγαθό σε απλησίαστο εμπόρευμα, καταστρατηγώντας ουσιαστικά τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της.
Σε αυτή τη συνθήκη οι υγειονομικοί παραμένουν στην πρώτη γραμμή ενάντια στην εμπορευματοποίηση και τη διάλυση της δημόσιας Υγείας, διεκδικώντας μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, αυξήσεις μισθών και δωρεάν δημόσια Υγεία για όλο τον λαό.
Οφείλουμε να παλέψουμε δίπλα στους εργαζόμενους που παλεύουν για πραγματικά δημόσια υγεία χωρίς αποκλεισμούς, ισχυροποιώντας τον αγώνα για δημόσια δωρεάν υγεία και την ενίσχυση του ΕΣΥ, στο μπόι των κοινωνικών αναγκών, των αναγκών της τάξης μας, κι όχι για τα κέρδη των καπιταλιστών και της κυβέρνησης.
