Σαν σήμερα, το 1972, δολοφονείται ο Παλαιστίνιος συγγραφέας, επαναστάτης μαρξιστής και μέλος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Γασσάν Καναφάνι
“Οτιδήποτε μπορώ να χρησιμοποιήσω για να προστατευτώ: πινέλο, στυλό, όπλο – είναι όλα εργαλεία αυτοάμυνας. ”
Σαν σήμερα, 8 Ιουλίου 1972, δολοφονείται από τις Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες σε ηλικία 36 ετών στη Βηρυτό ο Ghassan Kanafani μετά από έκρηξη βόμβας στο αυτοκίνητο του. Μαζί του δολοφονείται και η δεκαεφτάχρονη ανιψιά του, Λαμίς Νατζίμ. Η δολοφονία του Καναφάνι εντάσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική εξόντωσης Παλαιστινίων ηγετών και διανοουμένων από τη μοσάντ.
Ο Καναφάνι ήταν Παλαιστίνιος συγγραφέας, καλλιτέχνης, εκπαιδευτικός, δημοσιογράφος ήταν επίσης ηγετικό μέλος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP).
Αφού εργάστηκε ως δάσκαλος και δημοσιογράφος στη Δαμασκό, το Κουβέιτ και τη Βηρυτό, ο Καναφάνι άρχισε να γράφει για τον Αλ Χαντάφ, την εβδομαδιαία εφημερίδα του PFLP. Η καλλιτεχνική του παραγωγή παρέμεινε επικεντρωμένη στον αγώνα των Παλαιστινίων, ενώ η πολιτική του γραφή ασχολήθηκε με τη θεωρία, την ιστορική ανάλυση και την ταραχή. “Δεν είναι πλέον αποδεκτό ούτε είναι δυνατόν η επαναστατική δράση να είναι ένα απλό σύνολο πειραματικών πρακτικών άοπλων από πολιτική σκέψη”, έγραψε. “Την ίδια στιγμή, ας δηλώσουμε ότι η πολιτική σκέψη ή θεωρία που στερείται πρακτικής δεν οδηγεί πουθενά παρά μόνο σε ένα άδειο κέλυφος φλύαρης ρητορικής. ”
Ο Καναφανί υπήρξε θεμελιωτής της έννοιας της «λογοτεχνίας της αντίστασης» ή όπως αποκαλείται στα αραβικά «Αντάμπ αλ-Μουκαουάμα» (أدب المقاومة). Για τον Καναφανί, η λογοτεχνία της αντίστασης ήταν εξίσου σημαντική με την ένοπλη πάλη καθώς θεωρούσε πως μέσα από την λογοτεχνία ξεπερνιούνται τα όρια της τέχνης με σκοπό ένα ουσιαστικό πολιτικό και κοινωνικό εργαλείο αγώνα. Η λογοτεχνία της αντίστασης γεννιέται μέσα από την εμπειρία της καταπίεσης, της κατοχής και της εξορίας, και έχει ως κεντρικό σκοπό να διατηρήσει τη συλλογική μνήμη, να διεκδικήσει την ταυτότητα και να εμπνεύσει την ελπίδα για την απελευθέρωση. Δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή του πόνου, αλλά μετατρέπεται σε μια δυναμική πράξη αντίστασης, όπου το μελάνι γίνεται όπλο και ο συγγραφέας στρατιώτης. Ο ίδιος την όριζε ως «την έκφραση του εαυτού που έχει επίγνωση της ταυτότητάς του και προσβλέπει στην ελευθερία απέναντι στον επιτιθέμενο άλλο».

