82 χρόνια από το Μπλόκο της Κοκκινιάς — 17 Αυγούστου 1944
Μες σε μια μάντρα ζήτησαν να πνίξουν μια γενιά
που ευώδιαζαν στα στήθεια της της λευτεριάς οι ανθώνες
κ’ ύψωνε αδούλωτες κραυγές τα θρυλικά χωνιά
π’ ορμήνευαν κάθε καρδιά και μίλαγαν γι’ αγώνες.
Νόμισαν πως με θάνατους κρεμάλες και σχοινιά
πνίγεται ο πόθος του λαού κ’ η λεβεντιά της νιότης
– μα δεν τη σφυγμομέτρησαν καλά την Κοκκινιά
που δεν τη λύγισε κανείς φασίστας και προδότης.
Κ’ έτσι αφού σώπασε ο φονιάς τις σάρκες να τρυπά
κ’ αντίκρυ τους σωριάστηκαν νεκρά τα παλληκάρια,
διατάξανε τη σάλπιγγα του μίσους να χτυπά
και φύγαν παίρνοντας μαζί τους σκλάβους στα Χαϊδάρια.
Μ’ αντί να πάρουν λάφυρο της νιότης την ορμή
και να σκορπίσουν την ερμιά, το φόβο, την αντάρα
άφησαν μίσος στις καρδιές και μάζεψαν ντροπή
και πλήρωσαν πανάκριβα της μάνας την κατάρα.
ΜΑΝΤΡΑ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ – Στέλιος Γεράνης
Το 1944 βρίσκει το εαμικό αντιστασιακό κίνημα σε ραγδαία άνοδο. Ύστερα από την εντυπωσιακή ανάπτυξή του το 1942 και το 1943, το 1944 έχει κατορθώσει να εδραιωθεί σε εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας, αλλά και να διατηρεί υπό τον έλεγχό του γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Ειδικότερα σε ανατολικές συνοικίες της Αθήνας —Καισαριανή, Βύρωνα, Υμηττό— και σε γειτονιές του Πειραιά, όπως η Κοκκινιά, οι Γερμανοί κατακτητές και τα σώματα ασφαλείας της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη μπορούσαν να εισέρχονται μόνο μαζικά και σε σχηματισμούς μάχης. Το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ Αθήνας, η ΕΠΟΝ, οι οργανώσεις του ΚΚΕ και η Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκών Αγωνιστών είχαν συγκροτήσει ένα ισχυρό δίκτυο αντίστασης, από την επιμελητεία, τη λαϊκή αλληλεγγύη και την προπαγάνδα έως τις ένοπλες οργανώσεις μάχης. Είχαν δημιουργηθεί, με άλλα λόγια, τα φύτρα μιας νέας λαϊκής εξουσίας, μιας συνθήκης που, παράλληλα με την άμεση σύγκρουση με τον κατακτητή, κυοφορούσε την αναμέτρηση με την εγχώρια αστική εξουσία και τους πάτρωνές της για την επόμενη ημέρα της Απελευθέρωσης.
Η Κοκκινιά δεν ήταν τυχαία ένα από τα σημαντικότερα αυτά κέντρα. Ήταν μεγάλη προσφυγική και εργατική συνοικία, με ισχυρή παρουσία λιμενεργατών, ναυτεργατών, καπνεργατών και εργατών στα εργοστάσια και τις βιομηχανίες του Πειραιά. Οι πρόσφυγες του 1922, μαζί με το ντόπιο προλεταριάτο, συγκρότησαν μια μαζική εργατική κοινότητα με βαθιές ρίζες στους ταξικούς αγώνες. Η Κοκκινιά έγινε έτσι η «Μικρή Μόσχα», όχι απλώς ως ένα σύνθημα, αλλά ως αποτέλεσμα της μαζικής πολιτικής και κοινωνικής δράσης της εργατικής τάξης. Στον μεγάλο λιμό του 1941-42 γνώρισε χιλιάδες νεκρούς από την πείνα, όμως δεν λύγισε. Αντίθετα, η αλληλεγγύη, η δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και η οργανωμένη αντίσταση μετέτρεψαν την προσφυγική εργατούπολη σε ένα από τα ισχυρότερα κέντρα της Αντίστασης στον Πειραιά. Η μαζική συμμετοχή της στην πάλη ενάντια στην επιστράτευση και στην κατοχική πολιτική, αλλά και η εγκατάσταση στην περιοχή σημαντικών υποδομών του ΕΛΑΣ Πειραιά μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά, εξηγούν γιατί η Κοκκινιά αποτελούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα για τις κατοχικές αρχές.
Η απάντηση των κατακτητών και των δωσιλόγων συνεργατών τους ήταν η κλιμάκωση της τρομοκρατίας. Τα μπλόκα αποτέλεσαν μια μέθοδο μαζικού ελέγχου, συλλήψεων, βασανισμών και εκτελέσεων, που στρεφόταν ιδιαίτερα εναντίον των εργατικών συνοικιών όπου είχε ριζώσει το ΕΑΜ. Η πρώτη μεγάλη αναμέτρηση στην Κοκκινιά ήρθε τον Μάρτιο του 1944. Για ημέρες (4-8/3) ο ΕΛΑΣ συγκρούστηκε με γερμανικές δυνάμεις, τη Χωροφυλακή και τα Τάγματα Ασφαλείας, υπερασπιζόμενος τη συνοικία. Και η ένοπλη αντίσταση δεν ήταν μόνη της: στις 6 Μαρτίου, η πανεργατική απεργία στον Πειραιά συμπλήρωσε τη μάχη με το μαζικό λαϊκό και εργατικό στοιχείο. Η εργατική τάξη απαντούσε συλλογικά στην επίθεση, δείχνοντας ότι η δύναμη του εαμικού κινήματος δεν βρισκόταν μόνο στα ένοπλα τμήματα, αλλά και στην οργανωμένη κινητοποίηση των εργαζομένων. Τελικά, ύστερα από σκληρές συγκρούσεις, ο ΕΛΑΣ υποχώρησε λόγω της έλλειψης πυρομαχικών, ενώ εκατοντάδες αγωνιστές συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι. Η Μάχη της Κοκκινιάς αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό της ένοπλης αντίστασης στην Αθήνα και ταυτόχρονα αποκάλυψε τη βαθύτερη ταξική και πολιτική σύγκρουση στο δρόμο για την απελευθέρωση από τον κατακτητή.
Πέντε μήνες αργότερα, στις 17 Αυγούστου 1944, η Κοκκινιά βρέθηκε ξανά περικυκλωμένη. Ισχυρές γερμανικές δυνάμεις, Τάγματα Ασφαλείας, Χωροφυλακή, Ειδική Ασφάλεια και το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων υπό τον αστυνομικό διευθυντή Νίκο Μπουραντά κύκλωσαν την πόλη. Επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο είχε και ο ταγματάρχης Γεώργιος Σγούρος. Από τα χαράματα, οι άνδρες της Κοκκινιάς, από περίπου 14-15 έως 60 ετών, διατάχθηκαν να συγκεντρωθούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Χιλιάδες άνθρωποι στοιβάχτηκαν στην πλατεία. Εκεί ξεκίνησε η διαλογή: κουκουλοφόροι και άλλοι καταδότες υπέδειχναν μέλη και στελέχη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ. Οι ταγματασφαλίτες τους άρπαζαν από το πλήθος, τους βασάνιζαν και τους οδηγούσαν στη «Μάντρα», όπου εκτελούνταν. Ανάμεσα στα θύματα βρισκόταν ο κομμουνιστής και λαϊκός αγωνιστής Κώστας Περιβόλας. Η εκτέλεσή του, όπως καταγράφεται σε μεταπολεμική μαρτυρία, πραγματοποιήθηκε μπροστά στα μάτια των συγκεντρωμένων, με πρωταγωνιστή τον Πλυτζανόπουλο.
Η τρομοκρατία δεν περιορίστηκε στην πλατεία και στη Μάντρα. Έγιναν έφοδοι στα σπίτια, συλλήψεις, βασανισμοί και εκτελέσεις σε διαφορετικά σημεία της Κοκκινιάς. Στα Αρμένικα, σπίτια πυρπολήθηκαν και αγωνιστές καταδιώχθηκαν, ενώ εκεί συνελήφθη και η θρυλική αγωνίστρια της Αντίστασης Διαμάντω Κουμπάκη, η οποία οδηγήθηκε στη Μάντρα και εκτελέστηκε. Στη Μάντρα εκτελέστηκαν δεκάδες αγωνιστές, ενώ άλλοι δολοφονήθηκαν σε άλλα σημεία της συνοικίας. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων καταγράφεται σε διαφορετικές πηγές με αποκλίσεις, με ευρέως αναφερόμενη εκτίμηση περίπου 315 νεκρών. Παράλληλα, το Μπλόκο δεν ήταν μόνο μια επιχείρηση εκτελέσεων. Περίπου 8.000 Κοκκινιώτες οδηγήθηκαν ως όμηροι στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από εκεί, σημαντικός αριθμός μεταφέρθηκε αργότερα σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας, από όπου πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ. Η μαζική σύλληψη χιλιάδων ανθρώπων δείχνει καθαρά ότι το Μπλόκο ήταν μια επιχείρηση γενικευμένης τρομοκρατίας απέναντι σε ολόκληρη την εργατική και λαϊκή συνοικία.
Και όμως, το αίμα της 17ης Αυγούστου δεν μπόρεσε να σβήσει την Αντίσταση. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1944, μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη σφαγή, η Κοκκινιά πλημμύρισε ξανά από τον λαό της. Μαυροφορεμένες μάνες, συγγενείς των θυμάτων, αντιπροσωπείες από τις γειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας συγκεντρώθηκαν στην Οσία Ξένη για να τιμήσουν τους νεκρούς. Παρέλασαν τμήματα του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, ενώ η μνήμη των εκατοντάδων εκτελεσμένων μετατράπηκε σε συλλογική υπόσχεση συνέχισης του αγώνα. Όταν από το βήμα ακούστηκε η έκκληση να δικαιωθεί το αίμα των νεκρών της 17ης Αυγούστου, ο λαός και η νεολαία απάντησαν με το σύνθημα «θέλουμε όπλα – όπλα». Και ακόμη και αυτή η στιγμή μνήμης βάφτηκε ξανά στο αίμα: γερμανικά πολυβόλα χτύπησαν τη συγκέντρωση, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας ανθρώπους, ανάμεσά τους την ΕΠΟΝίτισσα Γιαννούλα Γεροντογιάννη. Η Κοκκινιά βίωνε ξανά την κατοχική βία, την ώρα που τιμούσε τους νεκρούς της.
Η ιστορία όμως δεν τελείωσε με την Απελευθέρωση. Οι πρωταγωνιστές της σφαγής δεν αντιμετωπίστηκαν όπως θα περίμενε κανείς από μια κοινωνία που είχε μόλις βγει από την Κατοχή. Οι άνθρωποι που στελέχωσαν τον κατοχικό μηχανισμό καταστολής δεν αντιμετωπίστηκαν ως συνεργάτες του κατακτητή. Ο Πλυτζανόπουλος αθωώθηκε στις μεταπολεμικές δίκες δωσιλόγων και αργότερα προήχθη σε υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού. Ο Σγούρος βρέθηκε αργότερα να υπηρετεί ως διοικητής του 3ου Τάγματος Μακρονήσου, ενώ ο Μπουραντάς ανέλαβε υψηλές θέσεις στην Αστυνομία Πόλεων. Οι πρωταγωνιστές του κατοχικού αντικομμουνιστικού μηχανισμού όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν από το κράτος μετά την Απελευθέρωση, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ενσωματώθηκαν και ανταμείφθηκαν από το μεταπολεμικό κράτος. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν άσχετη με τη γενικότερη πορεία της χώρας: το ΕΑΜικό κίνημα, που είχε πρωταγωνιστήσει στον αγώνα κατά του κατακτητή, μετατράπηκε στον βασικό εσωτερικό εχθρό, ενώ σημαντικό τμήμα του αντικομμουνιστικού κρατικού μηχανισμού στελεχώθηκε από ανθρώπους που είχαν ήδη υπηρετήσει την κατοχική καταστολή. Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε και στην ηττημένη ναζιστική Γερμανία όπου μετά τις δίκες οι περισσότεροι εγκληματίες έπεσαν στα μαλακά και πολλοί υψηλόβαθμοι ναζί βρέθηκαν να υπηρετούν σε σημαντικές θέσεις στο νέο γερμανικό στρατό που υπηρετούσε πλέον τα συμφέροντα του δυτικού μπλοκ απέναντι στην ΕΣΣΔ.
Και στη δικτατορία των Συνταγματαρχών, η μνήμη της Κοκκινιάς επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί εντελώς διαφορετικά παραχαράσωντας την ιστορία και παρουσιάζοντας τους αντιστασιακούς ως προδότες και τους πραγματικούς συνεργάτες των κατακτητών ως «πατριώτες». Η παραχάραξη της Ιστορίας έγινε έτσι συνέχεια της πολιτικής δίωξης. Όπως είχε γίνει προσπάθεια να ηττηθούν οι αγωνιστές με τις εκτελέσεις, τις φυλακές και τα στρατόπεδα, έτσι επιχειρήθηκε να ηττηθεί και η μνήμη τους.
Το Μπλόκο της Κοκκινιάς παραμένει, πέρα από μια τραγική επέτειος, ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της εργατικής τάξης, της προσφυγιάς και του λαϊκού κινήματος. Είναι η ιστορία μιας εργατούπολης που μέσα στην πείνα, την κατοχή και την τρομοκρατία οργανώθηκε, αντιστάθηκε και πλήρωσε με το αίμα των παιδιών της την επιλογή της να μη σκύψει το κεφάλι. Είναι η ιστορία των νεκρών της Μάντρας, της Διαμάντως Κουμπάκη, του Κώστα Περιβόλα και εκατοντάδων ακόμη αγωνιστών· των χιλιάδων που οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι και στα γερμανικά στρατόπεδα· αλλά και εκείνων που στις 24 Σεπτεμβρίου, μέσα στο πένθος, ύψωσαν ξανά τις γροθιές τους. Είναι παρακαταθήκη στον αγώνα για την κοινωνική και ταξική απελευθέρωση, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Είναι διαρκής υπενθύμιση ότι ο δωσιλογισμός δεν ήταν μια «παρέκκλιση» έξω από την κοινωνική και πολιτική σύγκρουση της εποχής, αλλά μέρος της υπεράσπισης της υπάρχουσας εξουσίας απέναντι στο λαϊκό κίνημα. Και γι’ αυτό η μνήμη της Κοκκινιάς είναι σπλάχνο από τα σπλάχνα του αγώνα ενάντια στον φασισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, ενάντια στη λήθη και την παραχάραξη της Ιστορίας. Είναι μια διαρκής πυξίδα για το τι σημαίνει να είσαι κομμουνιστής και λαϊκός αγωνιστής.
Η επαναστατική θυσία της Κοκκινιάς θα δείχνει για πάντα τον δρόμο της Λευτεριάς και Λαοκρατίας.
