Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη. Σαν σήμερα φεύγει από τη ζωή ο Δημήτρης Μητροπάνος.
Ο Δημήτρης Μητροπάνος δεν χωράει εύκολα στη συνηθισμένη αφήγηση περί «μεγάλων φωνών». Αυτή η αφήγηση τον απογυμνώνει από αυτό που τον καθόρισε, τη συγκεκριμένη κοινωνική θέση από την οποία μίλησε και τραγούδησε δηλαδή. Γιατί δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος τραγουδιστής του λαϊκού. Ήταν φορέας μιας συλλογικής λαϊκής εμπειρίας που δεν παράγεται σε στούντιο και σχολές, αλλά μέσα στη βιοπάλη, στο μεροκάματο και στην αγωνία. Αυτό που τον ξεχωρίζει, άλλωστε, είναι ότι δεν αποκόπηκε από το λαϊκό βίωμα, ακόμη κι όταν όλα ευνοούσαν κάτι τέτοιο. Και αυτό είναι αρκετό για να εξηγήσει γιατί η φωνή του συνεχίζει να συνδέεται με τον λαϊκό πόνο, γύρω από τον έρωτα, την αγωνία, τη βιοπάλη, την απογοήτευση αλλά και τα όνειρα.
Η διαδρομή του ξεκινά από μια Ελλάδα βαθιά ταξικά χαραγμένη. Παιδί οικογένειας που βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων του εμφυλίου, με πατέρα αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού στην εξορία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνείδησή του διαμορφώνεται και σκληραίνει μέσα από την πατρική απουσία, τη φτώχεια και την ανάγκη για δουλειά από πολύ νεαρή ηλικία. Έτσι, πριν υπάρξει ως τραγουδιστής, υπήρξε ως εργάτης.

Ως νέος συνδέθηκε με τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο όπου η πολιτικοποίηση απαιτούσε καθημερινή εμπλοκή και τριβή. Αυτά τα βιώματα, αν και δεν τον μετατρέπουν σε «πολιτικό τραγουδιστή» με τη στενή έννοια, χαράζουν ένα όριο: το τραγούδι δεν αποσπάται από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ακούγεται, ούτε από τις σχέσεις παραγωγής που το γεννούν.
Από πολύ νωρίς μπήκε στη δουλειά, δουλεύοντας τα καλοκαίρια για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, αρχικά ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του και αργότερα σε ξυλουργεία. Το 1964, μετά την Γ’ Γυμνασίου, κατεβαίνει στην Αθήνα για να μείνει μαζί με τον θείο του. Πριν καν ολοκληρώσει το εξατάξιο τότε Γυμνάσιο, είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει ως τραγουδιστής.
Έτσι, το τραγούδι, σε πρώτο χρόνο, δεν λειτούργησε ως ρήξη αλλά ως συνέχεια της ίδιας σχέσης με την εργασία. Το 1967 ηχογραφεί τον πρώτο του 45άρη δίσκο, με το τραγούδι «Θεσσαλονίκη», ενώ είχε προηγηθεί η «Χαμένη Πασχαλιά», που λογοκρίθηκε από τη χούντα και δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Στην πορεία του στο λαϊκό και έντεχνο τραγούδι, το 1972 αποτελεί έναν κομβικό σταθμό. Τότε ο Δήμος Μούτσης και ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου κυκλοφορούν τον «Άγιο Φεβρουάριο», με τον Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα στις ερμηνείες, έναν δίσκο που άφησε έντονο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική. Χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1999, ο Μητροπάνος και ο Μούτσης συναντιούνται ξανά επί σκηνής στο Ηρώδειο, μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη και τη σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου, σε δύο συναυλίες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Οι εμφανίσεις αυτές ηχογραφούνται ζωντανά και κυκλοφορούν λίγο αργότερα σε διπλό άλμπουμ. Ακολουθούν έργα όπως «Ο Δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού και «Τα συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου, που συνδυάζουν ποιότητα και ευρεία απήχηση.
Στη μακρόχρονη διαδρομή του, ο Μητροπάνος συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς του λαϊκού και έντεχνου τραγουδιού, όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Τάκης Μουσαφίρης, ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Γιάννης Σπανός, χτίζοντας μια πορεία στενά δεμένη με την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80.




Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φωνή του αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν είναι απλά «μοναδική» με την αστική έννοια της ιδιοφυΐας και της κυρίαρχης αισθητηριακής αντίληψης. Είναι αναγνωρίσιμη γιατί μεταφέρει ένα κοινό λαϊκό βίωμα, την πίεση της καθημερινής επιβίωσης, την ήττα που δεν μετατρέπεται σε αφήγηση επιτυχίας, την ανάγκη να κρατηθεί μια στοιχειώδης αξιοπρέπεια χωρίς εγγυήσεις. Γι’ αυτό και η ερμηνεία του παραμένει λιτή, χωρίς περιττές εξάρσεις. Δεν επιχειρεί να υπερβεί την πραγματικότητα. Αντίθετα, την κουβαλάει.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και η ουσία του λαϊκού τραγουδιού που υπηρέτησε, ένα τραγούδι που διαπλέκεται άμεσα με τους υλικούς όρους ζωής, αλλά και τις αντιφάσεις που αυτοί γεννούν. Όταν ακούγεται ο στίχος «Μια πόλη χτίσαμε μαζί. Κι ακόμα ζω στο νοίκι», είναι συμπύκνωση μιας ολόκληρης ταξικής εμπειρίας. Η εργασία που παράγει τον κόσμο και ταυτόχρονα αποκλείεται από αυτόν. Τα χέρια που χτίζουν χωρίς να κατέχουν. Ο Μητροπάνος δεν «ερμηνεύει» αυτόν τον στίχο, τον μεταφέρει όπως είναι, χωρίς να τον εξωραΐζει, και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά καθολικότητα.
Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει λόγος να αποσιωπηθεί η αντίφαση. Ο Μητροπάνος υπήρξε μέρος της μουσικής βιομηχανίας, ενός μηχανισμού που εμπορευματοποιεί το λαϊκό τραγούδι και το αποσπά από το αρχικό του περιεχόμενο. Η επιτυχία του δεν είναι έξω από αυτή τη διαδικασία. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η διαδικασία τον αφομοίωσε πλήρως. Και εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητά του, εφόσον διατηρείται ένα υπόλοιπο που δεν ενσωματώνεται. Η φωνή του για τους αστούς γίνεται απλώς «ήχος» προς κατανάλωση, ενώ για τους λαϊκούς ανθρώπους παραμένει δεμένη με το υλικό που τη γέννησε, ενώ η προσωπικότητά του, σφυρηλατημένη πολιτικά, παραμένει αναλλοίωτη.
Η συνεργασία του με δημιουργούς τιτάνες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης ή ο Θάνος Μικρούτσικος, οι οποίοι έφεραν την ποίηση στις σκαλωσιές, στις καταλήψεις και στις πορείες, δεν σηματοδοτεί απλά μια «ανώτερη» καλλιτεχνική φάση, αλλά τη συνάντηση διαφορετικών ρευμάτων που πατούν στην ίδια κοινωνική βάση. Το λαϊκό και το πολιτικό τραγούδι δεν είναι ξεχωριστά πεδία, αλλά τέμνονται εκεί όπου η ταξική εμπειρία γίνεται συνείδηση. Ο Μητροπάνος λειτουργεί ως κρίκος αυτής της συνέχειας, και της ιστορίας που έχουν χαράξει οι μεγάλοι ερμηνευτές όπως ο Μπιθικώτσης.
🔴 Δεν βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό, δεν τέλειωσε η παρτίδα μας ακόμα.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Μητροπάνος τοποθετούνταν συνεχώς για τα κοινωνικά ζητήματα, πάντα από λαϊκή-ταξική σκοπιά, ενώ ήταν ευρέως γνωστό ότι διαχρονικά διατηρούσε στενές επαφές με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, από κριτική σκοπιά, με επανειλημμένες εμφανίσεις στα φεστιβάλ της νεολαίας του.
Χαρακτηριστικά, κατά την περίοδο των μεγάλων αντιμνημονιακών αγόνων και συγκεκριμένα το 2012 έλεγε σε συνέντευξη του «Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι θετικός με τους αγανακτισμένους. Προς το παρόν πάει καλά – και οι κόρες μου εκεί είναι…» ενώ προσέθετε «Εγώ ήμουν αντίθετος στο να μπούμε στην ΕΟΚ εξαρχής. Τι σόι ένωση είναι αυτή που, αντί να μας παρέχει ασφάλεια, αυξάνει τις ανάγκες μας για στρατιωτικούς εξοπλισμούς για να τα κονομάει η Γερμανία; Δεν υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Μας δανείζουν τοκογλυφικά και μας απειλούν με ένα Τέταρτο Ράιχ, οικονομικής φύσεως αυτήν τη φορά…». Επίσης αναφορικά με τέχνη υπογράμμιζε πως «η τέχνη δουλειά θα κάνει, αν όχι αμέσως, σε βάθος χρόνου. Δεν φτάνει όμως αυτό, ούτε το να βάλουμε την υπογραφή μας κάτω από ένα κείμενο, πρέπει να βγούμε και εμείς και να φωνάξουμε. Πιο ευτυχισμένοι είναι οι άνθρωποι στο Σύνταγμα, που μια ανάγκη τούς έφερε ξανά κοντά. Ξαναμιλάνε μεταξύ τους».
Λίγα χρόνια πριν μάλιστα το 2006, επ’ αφορμής του Αντικομμουνιστικού Μνημονίου του Συμβουλίου της Ευρώπης που εξίσωνε τον κομμουνισμό με το Ναζισμό, είχε δηλώσει «Δικαίωμά τους είναι να αποφασίζουν. Όμως, δικαίωμά μας είναι να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε και να παλεύουμε. Από μια πλευρά θεωρώ μπας και είναι και λίγο καλό να ξυπνήσουμε και λίγο και να δούμε τι γίνεται, πού βαδίζουμε, πού πάμε, γιατί κάπου βολευτήκαμε, κάπου είπαμε εντάξει, είμαστε καλά, νόμιμο το ΚΚΕ, νόμιμο το ένα, νόμιμο το άλλο, όμως παραγίναμε νόμιμοι. Ίσως μας ξυπνήσει λίγο και να ξαναμάθουμε να αγωνιζόμαστε».
Ο Δημήτρης Μητροπάνος, λοιπόν, ήταν προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής και ταξικής συγκυρίας, όπου με πείσμα δεν άφησε τα όνειρα του να βγουν σε πλειστηριασμό, ενώ προτίμησε να γίνει φίλος με το Χάρο φεύγοντας με ένα τσιγάρο στα χείλη, χωρίς όμως αυτό να σηματοδοτεί το τέλος της παρτίδας. Και αυτό αρκεί για να καταλάβει κανείς γιατί η φωνή του επιμένει μαρτυρικά να κουβαλά την αγωνία που δεν λέγεται, τον έρωτα που βαραίνει, το μεροκάματο που δεν έφτασε, την κούραση της μέρας και το πείσμα της νύχτας, όσα χάθηκαν και όσα πεισματικά συνεχίζουν να ζητούν χώρο να υπάρξουν με μια επίμονη ανάγκη να μη σβήσουν τα όνειρα.
