Σιδερά Κυρία ή Μάγισσα; Σαν σήμερα, 8/4/2013, πεθαίνει η Μάργκαρετ Θάτσερ.

Σαν σήμερα, 8 Απριλίου, πεθαίνει η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Λονδίνο. Ο θάνατος της ενεργοποίησε το σύνολο των ιδεολογικών μηχανισμών της αστικής τάξης. Τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κεφαλαίου και οι κρατικοί θεσμοί του έσπευσαν να την εξυψώσουν, να την παρουσιάσουν ως σύμβολο «ελευθερίας», «δημοκρατίας» και «ατομικής πρωτοβουλίας». Η επιχείρηση αυτή, δεν αποτέλεσε τίποτα περισσότερο από το γράψιμο της ιστορίας από τα πάνω, τίποτα άλλο από μια συνειδητή προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας: μια απόπειρα να σβηστεί από τη συλλογική μνήμη ο πραγματικός, βαθιά ταξικός και σκληρά αντιλαϊκός χαρακτήρας της πολιτικής της. Παράλληλα, η ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, αντί να εκφράσει την ταξική μνήμη και την οργή των εργαζομένων, έσπευσε να τιμήσει τη Θάτσερ, αποδεικνύοντας ότι έχει αποδεχθεί πλήρως τα όρια του καπιταλιστικού συστήματος.

Η ίδια η βιογραφία της αξιοποιήθηκε σε αυτή την κατεύθυνση. Η «κόρη του μπακάλη» από το Γκράνθαμ, η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας, η «Σιδηρά Κυρία», ένας τίτλος που της αποδόθηκε για την αδιαλλαξία της, παρουσιάστηκε ως παράδειγμα «αυτοδημιούργητης επιτυχίας». Στην πραγματικότητα, αυτή η αφήγηση λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι αποκρύπτοντας ότι η πορεία της δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η άνοδος ενός πολιτικού στελέχους που εξέφρασε με συνέπεια τις ανάγκες του βρετανικού καπιταλισμού σε περίοδο κρίσης. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζεται η οξυδέρκεια της και οι ικανότητες της συνολικά.

Η Θάτσερ, υπήρξε μια συνεπής και αδιάλλακτη εκφράστρια των συμφερόντων της αστικής τάξης, και όσων αυτή επιδιώκει, την θυσία των λαϊκών αναγκών δηλαδή, για την αύξηση της κερδοφορίας των πλουσίων, που δεν παράγουν τίποτα, από αφαιμάζοντας την εργατική τάξη που παράγει τα πάντα. Ο θατσερισμός, που πήρε το όνομά του από την πολιτική της, δεν ήταν παρά η πιο επιθετική μορφή νεοφιλελευθερισμού, ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου μέσω της βίαιης ανατροπής των κατακτήσεων της εργατικής τάξης.

Η άνοδός της στην εξουσία το 1979 δεν ήταν τυχαία. Ήταν το αποτέλεσμα της δομικής κρίσης του καπιταλισμού τη δεκαετία του 1970. Το κεφάλαιο, αντιμέτωπο με την πτώση της κερδοφορίας και την πίεση ενός ισχυρού εργατικού κινήματος, αναζήτησε μια πολιτική ηγεσία ικανή να επιβάλει μια συνολική αντεπίθεση. Η Θάτσερ υπήρξε το κατάλληλο όργανο αυτής της στρατηγικής.

Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της (1979–1990), προχώρησε σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, αποδιάρθρωση της βιομηχανικής παραγωγής και μαζική καταστροφή θέσεων εργασίας. Περίπου το 20% της βιομηχανίας εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ η ανεργία ξεπέρασε τα 3 εκατομμύρια. Η ανεργία χρησιμοποιήθηκε ως όπλο, ως μέσο πειθάρχησης της εργατικής τάξης και επιβολής νέων, δυσμενέστερων όρων εκμετάλλευσης.

Η ίδια είχε ήδη δείξει το στίγμα της από νωρίς όπου ως υπουργός Παιδείας κατάργησε το δωρεάν γάλα στα σχολεία, ενώ ως πρωθυπουργός κράτησε αδιάλλακτη στάση απέναντι στους απεργούς πείνας του IRA, οδηγώντας στον θάνατο τον επαναστάτη Μπόμπι Σαντς το 1981. Στον πόλεμο των Φόκλαντς το 1982 αξιοποίησε τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για να ενισχύσει τη θέση της. Κάθε της επιλογή υπαγορευόταν από την ανάγκη διατήρησης και ενίσχυσης της εξουσίας του βρετανικού καπιταλισμού.

Η κορύφωση της ταξικής σύγκρουσης ήρθε με την απεργία των ανθρακωρύχων το 1984–85. Το κράτος, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του με τον πιο βίαιο τρόπο, επιστράτευσε αστυνομία, δικαστήρια και ΜΜΕ για να συντρίψει έναν από τους πιο μαχητικούς πυρήνες της εργατικής τάξης. Η ακραία κρατική καταστολή και βία, οδήγησε στην ήττα των ανθρακωρύχων η οποία άνοιξε τον δρόμο για τη γενικευμένη αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και την επιβολή της νεοφιλελεύθερης «κανονικότητας». Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ήττα έπαιξε και η στάση της συνδικαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας, που αρνήθηκε να γενικεύσει τον αγώνα.

Η επίθεση, ωστόσο, δεν ήταν μόνο οικονομική. Ήταν και βαθιά ιδεολογική. Η περίφημη δήλωσή της ότι «δεν υπάρχει κοινωνία» συμπυκνώνει τη στρατηγική της αστικής τάξης: τη διάλυση κάθε συλλογικής συνείδησης και την επιβολή του ακραίου ατομικισμού. Η απληστία αναγορεύτηκε σε αρετή, οι πλούσιοι εξυμνήθηκαν, ενώ οι φτωχοί παρουσιάστηκαν ως «τεμπέληδες» και «ανάξιοι». Πρόκειται για τη λογική της ζούγκλας, τη λογική του καπιταλισμού, όπου η «ελευθερία» σημαίνει την ελευθερία εκμετάλλευσης των από τα κάτω για να πλουτίζουν οι πλούσιοι. Ουσιαστικά, το να πατάς επί πτωμάτων με στόχο τον πλουτισμό, έγινε κρατική πολιτική.

Εορτασμοί ξέσπασαν για τον Θάνατο της. Ο λαός δεν ξεχνά.

Απέναντι στην επίσημη αγιογραφία, η πραγματικότητα που βίωσε ο λαός, εκφράστηκε με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Σε εργατικές περιοχές της Αγγλία και της Σκωτίας, ο θάνατός της δεν προκάλεσε πένθος αλλά πανηγυρισμούς. Στο Μπρίξτον, στη Γλασκώβη και αλλού, άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, όχι για να θρηνήσουν, αλλά για να γιορτάσουν το τέλος της «μάγισσας». Εικόνες που αποτέλεσαν συμπύκνωση της λαϊκής μνήμης και της ταξικής εκμετάλλευσης. Η λαϊκή μνήμη άλλωστε, δεν διαγράφεται με τηλεοπτικά αφιερώματα ούτε με κοινοβουλευτικές φιλοφρονήσεις.

Η ουσία δεν βρίσκεται στην ηθική αποτίμηση ενός προσώπου. Η Θάτσερ υπήρξε συνεπής υπηρέτης της τάξης της. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι ο θατσερισμός αποτελεί έκφραση του ίδιου του καπιταλισμού σε περίοδο κρίσης, όταν το σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς ανοιχτή, επιθετική αναδιάρθρωση εις βάρος της εργατικής τάξης.

Από αυτή την άποψη, καθήκον της εργατική τάξης, δεν είναι η αναζήτηση μιας «ηπιότερης» διαχείρισης, αλλά η οργάνωση της λαϊκής αυτοάμυνας και της ταξικής αντεπίθεσης. Η εμπειρία της εποχής της δείχνει ότι χωρίς ανεξάρτητη επαναστατική οργάνωση και ρήξη με τις ρεφορμιστικές αυταπάτες, κάθε αγώνας θα οδηγείται σε ήττα.

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην καταδίκη προσώπων, αλλά στην ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων που τα γεννούν. Στην κατάργηση του καπιταλισμού και στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας βασισμένης στην κοινωνική ιδιοκτησία και τον εργατικό έλεγχο. Μόνο τότε μπορεί να κλείσει πραγματικά ο κύκλος που εκπροσώπησε η Θάτσερ, όχι ως μεμονωμένο άτομο, αλλά ως σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής αμείλικτου ταξικού πολέμου.