Σαν σήμερα, 24 Μαρτίου 1999, οι σειρήνες του πολέμου ηχούν στο Βελιγράδι
Τόσα χρόνια ΝΑΤΟ η ίδια ιστορία
Χούντες πόλεμοι τρομοκρατία!
Σαν σήμερα, 24 Μαρτίου 1999, λίγο πριν τις 21:00, οι σειρήνες του πολέμου ηχούν στο Βελιγράδι, την Πρίστινα και σε δεκάδες πόλεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Το ΝΑΤΟ, με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, εξαπολύει μια δολοφονική επιχείρηση με το -γνωστό πλέον- πρόσχημα της «ανθρωπιστικής επέμβασης» και πραγματικό στόχο τον διαμελισμό της χώρας, την επιβολή των γεωπολιτικών σχεδιασμών του και την εδραίωση της κυριαρχίας του στα Βαλκάνια. Ήταν η πρώτη επίθεση της λυκοσυμμαχίας του ΝΑΤΟ σε κυρίαρχο κράτος χωρίς έγκριση του ΟΗΕ και η πρώτη επέμβαση των φονιάδων των λαών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σηματοδοτώντας μια νέα εποχή ανοιχτών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, όπου το διεθνές δίκαιο παρακάμπτεται όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων.
Οι βομβαρδισμοί διήρκεσαν 78 ημέρες και αποτέλεσαν μια από τις πιο βίαιες επιθέσεις των τελευταίων δεκαετιών: δεκάδες χιλιάδες επιδρομές, περίπου 35.000 επιθέσεις σε πάνω από 200 περιοχές, 420.000 βλήματα, χιλιάδες τόνοι εκρηκτικών. Νοσοκομεία, σχολεία, γέφυρες, εργοστάσια, ακόμη και μαιευτήρια και κομβόι προσφύγων έγιναν στόχος. Πάνω από 2.500 άνθρωποι δολοφονήθηκαν, ανάμεσά τους δεκάδες παιδιά, ενώ η χρήση απεμπλουτισμένου ουρανίου άφησε πίσω της μια μακροχρόνια υγειονομική και περιβαλλοντική καταστροφή. Η «ανθρωπιστική παρέμβαση» αποδείχθηκε ένα ωμό ιμπεριαλιστικό έγκλημα, προϊόν σχεδιασμών που καλλιεργήθηκαν για χρόνια μέσα από ιδεολογικά εργαλεία, διαστρεβλώσεις και προσχήματα περί «προστασίας μειονοτήτων», ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσαν τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των δρόμων μεταφοράς και την περικύκλωση ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως αποτυπώθηκε και στη μετέπειτα δημιουργία της βάσης Camp Bondsteel στο Κόσοβο.
Η επίθεση αυτή δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά συνέχεια και επιτάχυνση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Άνοιξε τον δρόμο για τις επεμβάσεις που ακολούθησαν σε Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη και Συρία, επιβεβαιώνοντας το δόγμα της «παγκόσμιας κυριαρχίας» των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ήταν, μέσα σε όλα τα άλλα, αντικομμουνιστική προπαγάνδα δια των όπλων η οποία άρχισε να εγκλωβίζει τους λαούς των Βαλκανίων ανάμεσα στη Σκύλα του ιμπεριαλισμού και της Χάρυβδης του εθνικισμού. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα, με ευθύνη της τότε κυβέρνησης (ΠΑΣΟΚ) και τη συναίνεση του πολιτικού συστήματος, παρείχε «γη και ύδωρ»: μετέτρεψε τη χώρα σε διοικητικό και διαμετακομιστικό κέντρο του πολέμου, παραχώρησε βάσεις, λιμάνια, εθνικές οδούς και υποδομές, συμμετείχε με στρατιωτικά μέσα, καθιστώντας τον ελλαδικό χώρο ορμητήριο των ΝΑΤΟϊκών επιθέσεων.
Απέναντι σε αυτή τη βαρβαρότητα, ο λαός της Γιουγκοσλαβίας δεν λύγισε. Στάθηκε όρθιος, υπερασπίστηκε τη ζωή και την αξιοπρέπειά του, δίνοντας ένα παράδειγμα αντίστασης που ενέπνευσε τους λαούς όλου του κόσμου. Παράλληλα, στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα μαζικό αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα: εργαζόμενοι, μαθητές, φοιτητές κατέβηκαν στους δρόμους, μπλόκαραν ΝΑΤΟϊκές μετακινήσεις, πραγματοποίησαν καταλήψεις και διαδηλώσεις, ενώ η λαϊκή αντίθεση στον πόλεμο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.
Η ιστορική αυτή εμπειρία επιβεβαιώνει ότι οι λαοί δεν ταυτίζονται με τις επιλογές των κυβερνήσεών τους και μπορούν να αντισταθούν στην εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Πώς όταν ορθώνονται μαζικά λαϊκά-εργατικά κινήματα διεθνιστικής αλληλεγγύης μπορούν να αποτελέσουν αγκάθι στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και ελπίδα για την αναζωπύρωση της συλλογικής αυτοπεποίθησης των λαών. Ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, έχουν όλους τους λόγους να παλέψουν από κοινού ενάντια στο εκμεταλλευτικό σύστημα που γεννά φτώχεια, πολέμους και εξαθλίωση.
Από τη Γιουγκοσλαβία μέχρι σήμερα, αναδεικνύεται ένα σταθερό συμπέρασμα: οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί δεν σταματούν, αλλά αναδιατάσσονται και κλιμακώνονται, χρησιμοποιώντας κάθε φορά νέα προσχήματα (ή και όχι όπως είδαμε με την περίπτωση της Βενεζουέλας και του Ιράν) για να δικαιολογήσουν επεμβάσεις, πολέμους και διαμελισμούς για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Ενός κόσμου κομμένου και ραμμένου στα μέτρα της αστικής τάξης και χαραγμένου με το αίμα των λαών και της εργατικής τάξης. Το «έγκλημα χωρίς τιμωρία» του 1999 δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική ανάμνηση, αλλά μια ζωντανή προειδοποίηση για το παρόν και το μέλλον. Για το πού οδηγεί η πολιτική του μέγιστου δυνατού κέρδους, αλλά και για τη δύναμη των λαών να χαράξουν τον δικό τους δρόμο, την δικιά τους Ιστορία ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την εκμετάλλευση και τον πόλεμο.



